Μανουσάκια, μανουσάκια…

2205548101_61bb97258c_z

(εικόνα) 

…Εμένα η μάνα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

όμορφά μου κοριτσάκια-

ώρε σα μπήγα και τα έμασα

και τά ’κανα ματσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-

Μωρέ σαν τι τον έχεις το μ παπά

που κάθεται κοντά σου;

Τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό

και ’γω τον έχω μπάρμπα

μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-…

 

 Το τραγούδι είναι δημοφιλέστατο στην Πελοπόννησο, τη δυτική ιδιαίτερα. Τραγουδιέται και χορεύεται σε συμποσιακά γλέντια, γάμους και πανηγύρια αλλά κυρίως τις Απόκριες, καθώς συνδυάζεται και με το ομώνυμο, ευώδες λουλούδι που ανθίζει στην αρχή της άνοιξης, τα μανουσάκια (υάκινθος[4]), αυτοφυές   σε  υγρά, βαλτώδη μέρη (που αφθονούν στη δυτική Ηλεία) και που συλλέγεται  κατά κανόνα σε δεσμίδες.

DSCN3434--@-1

Οι δύο πρώτοι στίχοι του παραπάνω τραγουδιού αποδίδουν το μονόλογο μιας κόρης που ανακοινώνει ότι η μάνα  της την έστειλε (στους  υγρούς, βαλτώδεις αγρούς) να μαζέψει  μανουσάκια και ότι αυτή πήγε (ρήμα που δηλώνει απομάκρυνση, προς τα λιβάδια) και  μάζεψε άφθονα από αυτά, σε δεσμίδες (τα ’κανα ματσάκια). Ο μονόλογος σταματάει απότομα, χωρίς η κόρη να αναφέρει  αν επέστρεψε στη μάνα για να της παραδώσει τα μανουσάκια, εκπληρώνοντας την παραγγελία της.  Το γύρισμα/αποστροφή στο τέλος των δύο πρώτων στίχων που αφηγούνται το μάζεμα των λουλουδιών (…μανουσάκια μανουσάκια όμορφά μου κοριτσάκια…) υποδηλώνει όμως ότι η κόρη  δεν έχει πάει ολομόναχη στους ερημικούς, βαλτώδεις αγρούς αλλά ότι συνοδεύεται από παρέα κοριτσιών.

Ο επόμενος στίχος αποτελεί ερώτηση από κάποιους άλλους ―προφανώς παρόντες, ωσάν τραγικός «χορός»― προς την κόρη να διευκρινίσει τη σχέση της με κάποιον  «παπά» (δηλ. σεβάσμιο, γενειοφόρο και ρασοφόρο άνδρα) που στέκεται στην μπάντα, δηλαδή παράμερα, σε κάποια απόσταση, ωσάν αυτός να μπήκε ξαφνικά στην ερημική σκηνή που διαδραματίζεται. Η κόρη απαντάει ότι η σχέση της με τον «ξένο» παπά είναι συγγενική. Είναι θείος της, αδελφός της μητέρας της (τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό και ’γώ τον έχω μπάρμπα), χωρίς να αναφέρει και το ρόλο που αυτός παίζει στην όλη υπόθεση ή την όποια άλλη, πέραν της συγγενικής,  σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Ωστόσο αφήνεται, μέσω και μόνο της ερώτησης, να υπονοηθεί  ότι υπάρχει και κάποια άλλη, άρρητη και κατά ένα τρόπο περίεργη, αναπάντεχη ή μη θεμιτή, σχέση μεταξύ τους καθώς μάλιστα η  μητέρα φαίνεται να μην είναι παρούσα στη σκηνή όπου δρουν η κόρη και τα κορίτσια μοναχικά, προφανώς εκτός κατοικημένου χώρου. Το τραγούδι τελειώνει εκεί.

Narcissus tazetta

Αν αναγνώσουμε το τραγούδι όπως είναι, σαν ποιητικό κείμενο ανεξάρτητο από το συμβολικό, εποχικό  και κοινωνικό πλαίσιο της  ζωντανής,  τελετουργικής του επιτέλεσης τις Απόκριες,  φαίνεται οι δύο πρώτοι στίχοι να είναι άσχετοι με τους δύο τελικούς επόμενους,  και το όλο τραγούδι να μη βγάζει νόημα, να είναι παράλογο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι η κόρη και ο  παπάς-μπάρμπας δεν φέρουν κάποιο όνομα, παράλειψη που μπορεί να παραπέμπει στη συμβολική σημασία των προσώπων της «μανουσο-μαζώχτρας» κόρης και του «παπά-μπάρμπα».  Επίσης  το ότι πέρα από τη συγγενική τους σχέση,  δεν αναφέρεται ρητά τι «παίζεται» ανάμεσα σε αυτούς, όσο  και το γεγονός ότι η κόρη μαζεύει μανουσάκια κατ’ εντολήν της μάνας  της. Ωστόσο το «γύρισμα» που τραγουδιέται σε πολλές επιτελέσεις του τραγουδιού, «…μανουσάκια στο ποτήρι να σε φίληγα στα χείλη…» υποδηλώνει έμμεσα πριν σαφώς τον ερωτικό-σεξουαλικό χαρακτήρα της σχέσης κόρης-μπάρμπα.

DSCN4290

Όπως τόνισα και  παραπάνω, στη δημοτική ποίηση τίποτα δεν είναι τυχαίο και παράλογο, πόσο μάλλον για αυτούς που τραγουδούν τα μανουσάκια και τα χορεύουν σε τελετουργικές περιστάσεις. Μελετώντας λοιπόν το τραγούδι ανάμεσα σε άλλα σχετικά, στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη, παρατήρησα ότι αν αναγνώσουμε  (σωστότερα: ακούσουμε) τα μανουσάκια με τον τρόπο που έχω επιχειρήσει και για άλλα τραγούδια (της Αλεξαντριανής Ελένης, της Αναστασάς,  της Όρθας και άλλων), δηλαδή επιτελούμενο στην εαρινή εποχική τελετουργία της Αποκριάς,  φαίνεται η γριφώδης αφήγησή του να μην είναι αποσπασματική και ακατανόητη αλλά να αφορά ένα ιερό μύθο και θεατρικές δράσεις που συνοδεύουν τη ζωντανή του επιτέλεση, όπου οι επιτελεστές και οι συμμετέχοντες «γνωρίζουν», συνειδητά ή μη,  το μύθο που αυτό αφορά. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ιερά τα τελετουργικά διαδραματιζόμενα,  η Κόρη αποστέλλεται να μαζεύει τα μανουσάκια/υάκινθους κατ’ εντολήν της Μάνας ως ετήσια, εαρινή και  θεάρεστη επιταγή. Η αναφορά στο ότι η κόρη μαζεύει τα χθόνια μανουσάκια (αναρωτιέμαι αν η λέξη έχει σχέση με τη λέξη μάνα) στα (υπονοούμενα ως) υγρά, βαλτώδη  λιβάδια, φέρνει συμβολικά και υπαινικτικά στο προσκήνιο και τον Άδη (καθώς  τα βαλτώδη, υγρά μέρη θεωρούνται στην προφορική παράδοση  είσοδοι προς αυτόν[5]). Ταυτόχρονα γίνεται υπαινικτικά και επίφοβα φανερό στο τραγούδι ότι ανάμεσα στην Κόρη και στο αρσενικό πρόσωπο, το δηλούμενο συγγενικά ως μπάρμπας και ταυτόχρονα με ιερατικό ρόλο ως παπάς, υποβόσκει  κάποια ανόσια  (για τα ανθρώπινα κοινωνικά κριτήρια, από άποψη συγγένειας, ηλικίας και ιερότητας) σχέση ερωτική-σεξουαλική που επίκειται να συμβεί επιτόπου, στο λιβάδι.

P2110023

Ο εν λόγω γενειοφόρος (κατά τεκμήριο, στην ορθόδοξη ιερατική παράδοση) παπάς/μπάρμπας όμως σαν να εμφανίζεται ξαφνικά στο προσκήνιο, στο λιβάδι με τους υάκινθους, δηλαδή συμβολικά ωσάν να βγαίνει μέσα από τα βαλτώδη στόμια του κάτω κόσμου. Η  γαμήλια ερωτική συνεύρεση της νύφης και του γαμπρού στα τραγούδια του γάμου όσο και στα θρησκευτικά που αφορούν την ερωτική συνουσία ανάμεσα στο χθόνιο εραστή και την χθόνια κόρη-Γη  ταυτίζεται  συμβολικά με αρπαγή (βλ. σχετικά την ανάρτηση για τον Λιμάζαγα και την Ελένη σε αυτό εδώ το blog)[6] . Εκτιμώ λοιπόν ότι είναι λογικό, δεδομένης της κρυπτότητας του νοήματος του τραγουδιού όσο και της προκύπτουσας ως τελετουργικής θρησκευτικής/αναβλαστικής επιτέλεσής του στο πλαίσιο της Αποκριάς, να υποθέσουμε ότι ο παπάς/μπάρμπας ταυτίζεται εδώ συμβολικά με τον Υάκινθο-εραστή  που φέρει ήδη στην αγκαλιά της η Κόρη και ―άρρητα στο τραγούδι― να την απαγάγει προκειμένου να συντελεστεί η υποδηλούμενη αναβλαστική-αναγεννητική τους ερωτική συνεύρεση στον κάτω κόσμο.

amfipolh

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό δάπεδο του τρίτου θαλάμου στο ταφικό  μνημείο στο λόφο Καστά  της Αμφίπολης,  όπως δημοσιεύτηκε στις 16/10/2014, πηγή:
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s