Η «Βρύση του Αγά» και το «ρόγιασμα»

«Εγώ ήμουνα φτωχό παιδί

ορφανό παιδί

είχα και χήρα μάνα

μια κυρά μια μανκιουράνα.

Η μάνα μου με ρόγιασε (1)

σ ἀρχοντοπούλας χέρια

να της κουβαλώ νερό

χειμώνα καιρό

απ’του Αγά την βρύση (2)

ποιός την κάνει τέτοια κρίση

να πλένη τα ποδάρια της

τα ξεράδια της

σ’ ολόχρυση λεκάνη

που ο  Θεός να τα ξεράνη»

(Σύνθεση από λαϊκή τοπική ποίηση σχετική με το ρόγιασμα)

 (1) Τί σημαίνει όμως η λέξη «ρόγιασε»;

«Ρόγιασμα» αποκαλούσαν την παροχή υπηρεσιών ως αντιμισθία, που ξεκινούσε στις 26 Οκτωβρίου, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, και τελείωνε ανήμερα του Αγίου Γεωργίου.

Για παρόμοιες υπηρεσίες βοηθητικού προσωπικού έστελναν οι φτωχές οικογένειες ή οι χήρες μάνες τα νεαρά παιδιά τους.

 

(2)   Γράφει ο Ελευθέριος Σκιαδάς για την κρήνη των Αθηνών που έμεινε στην ιστορία γνωστή ως βρύση του Αγά:

Αρκετά έξω από την πόλη των Αθηνών, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, σε περιφέρεια όπου υπήρχαν αγροτικά κτήματα των Αθηναίων, υπήρχε ένα μικρό υδραγωγείο. Από το υδραγωγείο αυτό το νερό διοχετευόταν προς τη σημερινή οδό Πατησίων και με αυτό αρδεύονταν ακόμη και πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση σημαντικοί κήποι της περιοχής (Σούτσου, Ράλλη, Ευλάμπιου κ.α.). Είχε κατασκευαστεί 

(Αχαρνών και Πιπίνου γωνία )  μία περίτεχνη και καλαίσθητη βρύση, την οποία ο λαός διατήρησε στη μνήμη του με την ονομασία «του Αγά η Βρύση»

 

Σύμφωνα με πληροφορίες που διέσωσαν οι δύο αθηναιολάτρες Δημήτρηδες, ο Γέροντας και ο Σκουζές, η βρύση κάθε μέρα παρείχε νερό 30-35 κυβικών μέτρων. Πιθανολόγησαν δε ότι ιδρυτής της υπήρξε κάποιος τούρκος Αθηναίος, ονομαζόμενος Αλή Αγάς. 

Με τα χρόνια η ονομασία έγινε τοπωνύμιο, το οποίο πέρασε και στη χρήση των συμβολαιογράφων του 19ου αιώνα. Η Βρύση βρισκόταν εκεί όπου διασταυρώνονται σήμερα οι οδοί Αχαρνών και Πιπίνου, και στην ανατολική πλευρά της πρώτης διασωζόταν ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Είχε σταματήσει να λειτουργεί και τα περίτεχνα κομμάτια αρπάχτηκαν από τους περιοίκους για να στολίσουν τις αυλές τους.

Η Βρύση λοιπόν του Αγά  συνδέθηκε και με την ελεύθερη μούσα του τόπου και το παράπονο ενός φτωχού νέου, τον οποίο η μάνα του είχε «ρογιάσει» στην οικία μίας αρχοντοπούλας για να της κουβαλά νερό, το οποίο χρησιμοποιούσε για να πλένει τα πόδια της κι εκείνος τραγουδούσε με παράπονο το παραπάνω πονεμένο τραγούδι.

Πηγή

 http://stephanion.gr/langadianoi.htm

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s