Γίνεται!

Σε μερικούς ανθρώπους, η απόσταση, ο χρόνος, τα εμπόδια, δεν χωράνε ανάμεσα.
Με μερικούς ανθρώπους η ζωή γλυκαίνει, χωράει σε μια σφιχτή αγκαλιά.
Με μερικούς ανθρώπους, ξέρεις ότι μοιράζεσαι τον κόσμο, τα όνειρα, τη μυστική ευτυχία της ψυχής, ακόμα κι εξ αποστάσεως.

Κι αυτό είναι κάτι που αξίζει να το ζεις.

Advertisements

Μακαβριότητος το μεγαλείο

Πάντα στο χωριό του πατέρα μου το πρωϊνό  του Μεγάλου Σαββάτου ήταν για εμάς τα μικρά… των …δακρύων…

Και πώς να μην ήταν έτσι, αφού το τροφαντό κατσικάκι που καθημερινά παίζαμε, κρεμόταν ανάποδα από  το δέντρο…

Αν το καλοσκεφτούμε, το Πάσχα είναι μια αιματοβαμμένη και σούπερ-σπλάτερ γιορτή, από όλες τις πλευρές. Από το τι γιορτάζουμε, μέχρι το πώς το γιορτάζουμε, και συμβολικά και με πράξεις. Για σκεφθείτε τους εκατοντάδες χιλιάδες ή μήπως και εκατομμύρια αμνούς που βασανίζονται, σφαγιάζονται και σουβλίζονται για τη γιορτή της αγάπης. Ναι, πράγματι, μόνο να καγχάσεις μπορείς. Αισθητικά, είναι ένα μακάβριο κιτς. Ένας άνθρωπος που βασανίστηκε και σταυρώθηκε, μια απεχθής ανθρωποθυσία που έγινε, υποτίθεται, με θεϊκό σχέδιο, κορμί σε σταυρό, σούβλες με κορμιά, σούβλες με εντόσθια, αιματοβαμμένα αυγά….

Ο άνθρωπος είναι πλάσμα της συνήθειας, η μεγαλύτερη αγριότητα ή ασχημία του φαίνεται «φυσιολογική» μέσα από τα γυαλιά της συνήθειας και της κοινωνικής αποδοχής, ενώ το πιο αθώο πράγμα που είναι εκτός των συμβάσεων ή ασυνήθιστο του φαίνεται απίστευτα ακραίο και σοκαριστικό. Νομίζουμε ότι διαφέρουμε από τους λαούς που έκαναν ανθρωποθυσίες, εξορκίζουμε τους ναζί σε ένα φανταστικό χώρο του απόλυτου κακού, αλλά μόνο αν αποδεχθούμε ότι όλα αυτά είναι μέσα μας, στον καθένα μας, ότι η πιο φριχτή αγριότητα είναι μέρος της φύσης μας και προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και να αντικρίσουμε κατά πρόσωπο αυτή την πραγματικότητα, τότε μόνο θα έχουμε ελπίδες για κάτι καλύτερο, για μια πνευματική ανάσταση.

Τσαγκαροδευτέρα

Πολλά πράγματα ψυχολογικά κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα του: την πρώτη παντόφλα της μάνας του, το βρωμόξυλο που του έριξε ο δάσκαλος στην Πέμπτη Δημοτικού, τότε που πάτησε ένα σαλιγκάρι, τότε που ερωτεύτηκε την κόρη της δασκάλας του κ.ο.κ.

Μα υπάρχει ένα ψυχολογικό (μόνο το επίθετο, να με συγχωρείτε που δε βάζω ουσιαστικό), που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς ούτε από το Φρόιντ, ούτε από τον Γιουνγκ, ούτε κι από την Τένια Μακρή.

Είναι το σύνδρομο της Δευτέρας (νατο και το ουσιαστικό).

Ξεκινάει από το σχολείο. Εντεκάμιση το βράδυ και μετά τα αθλητικά ή την ταινία στην ΕΡΤ1, προσπαθείς μες στη νύστα και στο άγχος, να γράψεις τα απαραίτητα στο τετράδιο της Γλώσσας και να προσεύχεσαι να μη σε σηκώσει ο δάσκαλος, στα άλλα που δεν έκανες. Αύριο είναι Δευτέρα.

Μετά ως εργαζόμενος, βλέπεις την Κυριακή να σκοτεινιάζει και σε πιάνει μια κατάθλιψη και προσπαθείς να σκεφτείς για την επόμενη, τι πρέπει να κάνεις πρώτο, που θα τηλεφωνήσεις μετά, πως θα χειριστείς το τάδε ζήτημα. Αν έχει χάσει και η ομάδα σου τότε βράστα! Τα προβλήματα αυτά γίνονται σοβαρά, σχεδόν σαν τα αισθηματικά. Αύριο είναι Δευτέρα.

I am Bored

Και έχοντας όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σου το μόνο που καταφέρνεις είναι να πεις μια καλημέρα (καλημέρα ντε!), να κάνεις μισή ώρα να φτιάξεις το τσάι σου ή τον καφέ σου (μπλιαχ) και άλλες δύο να το πιεις, να ανοίξεις λίγο τον υπολογιστή σου, να μπεις μέσα στα μπλογκς μήπως βρεις κάτι να σου φτιάξει το κέφι… Σήμερα είναι Δευτέρα.

Δευτέρα είναι σήμερα; Να σου θυμίσω ότι σήμερα ξεκινάει η δίαιτά σου – άσε κάτω το κουλουράκι. Επίσης, να πάρεις τηλέφωνο τον οδοντίατρο σου για ραντεβού, το συνεργείο για σέρβις, το εστιατόριο για τραπέζι, τον αλήτη αυτόν που σου χρωστάει λεφτά και δε στα δίνει, την αισθητικό σου για αποτρίχωση. Αν είσαι άντρας και κάνεις αυτό το τελευταίο, τότε τι να πω; φτού σου ρε!

Φίλε συμπλόγκερ. Το κείμενο αυτό αν σε χαλάρωσε κάπως, γράφτηκε γι’ αυτό. Δευτέρα είναι θα περάσει.

πηγή

Μανουσάκια, μανουσάκια…

2205548101_61bb97258c_z

(εικόνα) 

…Εμένα η μάνα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

όμορφά μου κοριτσάκια-

ώρε σα μπήγα και τα έμασα

και τά ’κανα ματσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-

Μωρέ σαν τι τον έχεις το μ παπά

που κάθεται κοντά σου;

Τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό

και ’γω τον έχω μπάρμπα

μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-…

 

 Το τραγούδι είναι δημοφιλέστατο στην Πελοπόννησο, τη δυτική ιδιαίτερα. Τραγουδιέται και χορεύεται σε συμποσιακά γλέντια, γάμους και πανηγύρια αλλά κυρίως τις Απόκριες, καθώς συνδυάζεται και με το ομώνυμο, ευώδες λουλούδι που ανθίζει στην αρχή της άνοιξης, τα μανουσάκια (υάκινθος[4]), αυτοφυές   σε  υγρά, βαλτώδη μέρη (που αφθονούν στη δυτική Ηλεία) και που συλλέγεται  κατά κανόνα σε δεσμίδες.

DSCN3434--@-1

Οι δύο πρώτοι στίχοι του παραπάνω τραγουδιού αποδίδουν το μονόλογο μιας κόρης που ανακοινώνει ότι η μάνα  της την έστειλε (στους  υγρούς, βαλτώδεις αγρούς) να μαζέψει  μανουσάκια και ότι αυτή πήγε (ρήμα που δηλώνει απομάκρυνση, προς τα λιβάδια) και  μάζεψε άφθονα από αυτά, σε δεσμίδες (τα ’κανα ματσάκια). Ο μονόλογος σταματάει απότομα, χωρίς η κόρη να αναφέρει  αν επέστρεψε στη μάνα για να της παραδώσει τα μανουσάκια, εκπληρώνοντας την παραγγελία της.  Το γύρισμα/αποστροφή στο τέλος των δύο πρώτων στίχων που αφηγούνται το μάζεμα των λουλουδιών (…μανουσάκια μανουσάκια όμορφά μου κοριτσάκια…) υποδηλώνει όμως ότι η κόρη  δεν έχει πάει ολομόναχη στους ερημικούς, βαλτώδεις αγρούς αλλά ότι συνοδεύεται από παρέα κοριτσιών.

Ο επόμενος στίχος αποτελεί ερώτηση από κάποιους άλλους ―προφανώς παρόντες, ωσάν τραγικός «χορός»― προς την κόρη να διευκρινίσει τη σχέση της με κάποιον  «παπά» (δηλ. σεβάσμιο, γενειοφόρο και ρασοφόρο άνδρα) που στέκεται στην μπάντα, δηλαδή παράμερα, σε κάποια απόσταση, ωσάν αυτός να μπήκε ξαφνικά στην ερημική σκηνή που διαδραματίζεται. Η κόρη απαντάει ότι η σχέση της με τον «ξένο» παπά είναι συγγενική. Είναι θείος της, αδελφός της μητέρας της (τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό και ’γώ τον έχω μπάρμπα), χωρίς να αναφέρει και το ρόλο που αυτός παίζει στην όλη υπόθεση ή την όποια άλλη, πέραν της συγγενικής,  σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Ωστόσο αφήνεται, μέσω και μόνο της ερώτησης, να υπονοηθεί  ότι υπάρχει και κάποια άλλη, άρρητη και κατά ένα τρόπο περίεργη, αναπάντεχη ή μη θεμιτή, σχέση μεταξύ τους καθώς μάλιστα η  μητέρα φαίνεται να μην είναι παρούσα στη σκηνή όπου δρουν η κόρη και τα κορίτσια μοναχικά, προφανώς εκτός κατοικημένου χώρου. Το τραγούδι τελειώνει εκεί.

Narcissus tazetta

Αν αναγνώσουμε το τραγούδι όπως είναι, σαν ποιητικό κείμενο ανεξάρτητο από το συμβολικό, εποχικό  και κοινωνικό πλαίσιο της  ζωντανής,  τελετουργικής του επιτέλεσης τις Απόκριες,  φαίνεται οι δύο πρώτοι στίχοι να είναι άσχετοι με τους δύο τελικούς επόμενους,  και το όλο τραγούδι να μη βγάζει νόημα, να είναι παράλογο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι η κόρη και ο  παπάς-μπάρμπας δεν φέρουν κάποιο όνομα, παράλειψη που μπορεί να παραπέμπει στη συμβολική σημασία των προσώπων της «μανουσο-μαζώχτρας» κόρης και του «παπά-μπάρμπα».  Επίσης  το ότι πέρα από τη συγγενική τους σχέση,  δεν αναφέρεται ρητά τι «παίζεται» ανάμεσα σε αυτούς, όσο  και το γεγονός ότι η κόρη μαζεύει μανουσάκια κατ’ εντολήν της μάνας  της. Ωστόσο το «γύρισμα» που τραγουδιέται σε πολλές επιτελέσεις του τραγουδιού, «…μανουσάκια στο ποτήρι να σε φίληγα στα χείλη…» υποδηλώνει έμμεσα πριν σαφώς τον ερωτικό-σεξουαλικό χαρακτήρα της σχέσης κόρης-μπάρμπα.

DSCN4290

Όπως τόνισα και  παραπάνω, στη δημοτική ποίηση τίποτα δεν είναι τυχαίο και παράλογο, πόσο μάλλον για αυτούς που τραγουδούν τα μανουσάκια και τα χορεύουν σε τελετουργικές περιστάσεις. Μελετώντας λοιπόν το τραγούδι ανάμεσα σε άλλα σχετικά, στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη, παρατήρησα ότι αν αναγνώσουμε  (σωστότερα: ακούσουμε) τα μανουσάκια με τον τρόπο που έχω επιχειρήσει και για άλλα τραγούδια (της Αλεξαντριανής Ελένης, της Αναστασάς,  της Όρθας και άλλων), δηλαδή επιτελούμενο στην εαρινή εποχική τελετουργία της Αποκριάς,  φαίνεται η γριφώδης αφήγησή του να μην είναι αποσπασματική και ακατανόητη αλλά να αφορά ένα ιερό μύθο και θεατρικές δράσεις που συνοδεύουν τη ζωντανή του επιτέλεση, όπου οι επιτελεστές και οι συμμετέχοντες «γνωρίζουν», συνειδητά ή μη,  το μύθο που αυτό αφορά. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ιερά τα τελετουργικά διαδραματιζόμενα,  η Κόρη αποστέλλεται να μαζεύει τα μανουσάκια/υάκινθους κατ’ εντολήν της Μάνας ως ετήσια, εαρινή και  θεάρεστη επιταγή. Η αναφορά στο ότι η κόρη μαζεύει τα χθόνια μανουσάκια (αναρωτιέμαι αν η λέξη έχει σχέση με τη λέξη μάνα) στα (υπονοούμενα ως) υγρά, βαλτώδη  λιβάδια, φέρνει συμβολικά και υπαινικτικά στο προσκήνιο και τον Άδη (καθώς  τα βαλτώδη, υγρά μέρη θεωρούνται στην προφορική παράδοση  είσοδοι προς αυτόν[5]). Ταυτόχρονα γίνεται υπαινικτικά και επίφοβα φανερό στο τραγούδι ότι ανάμεσα στην Κόρη και στο αρσενικό πρόσωπο, το δηλούμενο συγγενικά ως μπάρμπας και ταυτόχρονα με ιερατικό ρόλο ως παπάς, υποβόσκει  κάποια ανόσια  (για τα ανθρώπινα κοινωνικά κριτήρια, από άποψη συγγένειας, ηλικίας και ιερότητας) σχέση ερωτική-σεξουαλική που επίκειται να συμβεί επιτόπου, στο λιβάδι.

P2110023

Ο εν λόγω γενειοφόρος (κατά τεκμήριο, στην ορθόδοξη ιερατική παράδοση) παπάς/μπάρμπας όμως σαν να εμφανίζεται ξαφνικά στο προσκήνιο, στο λιβάδι με τους υάκινθους, δηλαδή συμβολικά ωσάν να βγαίνει μέσα από τα βαλτώδη στόμια του κάτω κόσμου. Η  γαμήλια ερωτική συνεύρεση της νύφης και του γαμπρού στα τραγούδια του γάμου όσο και στα θρησκευτικά που αφορούν την ερωτική συνουσία ανάμεσα στο χθόνιο εραστή και την χθόνια κόρη-Γη  ταυτίζεται  συμβολικά με αρπαγή (βλ. σχετικά την ανάρτηση για τον Λιμάζαγα και την Ελένη σε αυτό εδώ το blog)[6] . Εκτιμώ λοιπόν ότι είναι λογικό, δεδομένης της κρυπτότητας του νοήματος του τραγουδιού όσο και της προκύπτουσας ως τελετουργικής θρησκευτικής/αναβλαστικής επιτέλεσής του στο πλαίσιο της Αποκριάς, να υποθέσουμε ότι ο παπάς/μπάρμπας ταυτίζεται εδώ συμβολικά με τον Υάκινθο-εραστή  που φέρει ήδη στην αγκαλιά της η Κόρη και ―άρρητα στο τραγούδι― να την απαγάγει προκειμένου να συντελεστεί η υποδηλούμενη αναβλαστική-αναγεννητική τους ερωτική συνεύρεση στον κάτω κόσμο.

amfipolh

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό δάπεδο του τρίτου θαλάμου στο ταφικό  μνημείο στο λόφο Καστά  της Αμφίπολης,  όπως δημοσιεύτηκε στις 16/10/2014, πηγή:

 

Το Χλουμούτσι ή Castel Tornese, όπως απεικονίζεται σε παλαιό χαρακτικό
.

«Στην Παλιόπολη (αρχαία Ήλιδα) κατοικούσε ένα βασιλόπουλο, που είχε αγαπήσει μια βασιλοπούλα που κατοικούσε στο Χλεμούτσι. Το βασιλόπουλο το έλεγαν Ανήλιαγο, γιατί ποτέ δεν το έβλεπε ο ήλιος, ούτε το φως της ημέρας, κι ήταν η μοίρα του αν ήθελε το ιδή ο ήλιος, να μαρμαρωθή. Το ίδιο και η βασιλοπούλα, και για τούτο την έλεγαν κι αυτή Ανήλιαστη. Για να βλέπουνται, έκαμαν ένα λαγούμι από την Παλιόπολη ως το Χλουμούτσι, και πήγαινε το βασιλόπουλο και την αντάμωνε στο Χλουμούτσι. Μια φορά όμως, εκεί που γύριζε το βασιλόπουλο στο παλάτι του, έτυχε να βρεθεί έξω από το λαγούμι του την ώρα που έκραζε ο πετεινός και το πήρε η ημέρα και μαρμαρώθηκε. Και βρίσκεται ακόμη μαρμαρωμένο μέσα στο λαγούμι, που έτρεξε να μπη. Πολλοί εδοκίμασαν και μπήκαν μέσα στο λαγούμι για να παν από την Παλιόπολη στο Χλουμούτσι για να βρούν το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο. Μαζί μ’ αυτούς ήταν κι ένας παπάς. Αλλά θέλεις από το πολύ σκοτάδι, θέλεις από φόβο, εφοβήθηκαν κι εγύρισαν πίσω.»
.

Θρύλος για το Χλουμούτσι που διέσωσε ο Νικόλαος Πολίτης.
 
ΠΗΓΗ