Ο αρκουδιάρης

alt

Οι πλανόδιοι διασκεδαστές της παιδικής μου ηλικίας ήταν:

 

 ο  αρκουδιάρης, συνήθως γύφτος με το ντέφι και την αρκούδα δεμένη από το λαιμό,  να χορεύει  ( με ή χωρίς φούστα από κορδέλες), 


και

το γαϊτανάκι που τότε ξέραμε αλλιώς και  άλλα τώρα μαθαίνω.

Στις  δεκαετίες του ’60- ’70 λοιπόν, θυμάμαι  πως το «γαϊτανάκι» που περνούσε από τις γειτονιές. ήταν ένα ομοίωμα του συμπαθούς μας τετράποδου του γαϊδάρου, αλλά χωρίς πόδια.

Στην πλάτη του είχε ένα κενό από όπου περνούσε το σώμα του ο ….. καρναβαλιστής ας πούμε και από τα πλευρά του κρέμονταν πολλές κορδέλες πολύχρωμες, μα τόσες πολλές που δε φαίνονταν τα πόδια του.

Περιφερόταν με ένα-δυο συνεργάτες του και με το απαραίτητο πανέρι. Δεκτή οποιαδήποτε χρηματική προσφορά …. από δεκάρες και εικοσάρες μέχρι πενηνταράκια (για τους νεώτερους που δεν τα πρόλαβαν, μισή δραχμή).

Επίσης, ένα τσούρμο παιδιά πίσω του, που ακολουθούσαν για χιλιόμετρα, αλαλάζοντα και μεσ’ την τρελή χαρά…

alt

 

ΚΑΛΗ  ΑΠΟΚΡΙΑ!!!

ΜΑΣΚΑρέματα

 

 


Οι βενετσιάνικες μάσκες αποτελούν σήμα κατατεθέν της Αποκριάς. Η χρήση της μάσκας σ’ όλη τη διάρκεια της Ενετικής Δημοκρατίας παραμένει μια από τις πιο εκκεντρικές πρακτικές του ανθρώπινου είδους. Παρ’ όλο που, μάσκες έχουν φορεθεί σε όλους σχεδόν ανά τον κόσμο και τους αιώνες, πολιτισμούς, πότε ίσως, δεν χρησιμοποιήθηκαν τόσο ένθερμα και φαντασμαγορικά όσο στη Βενετία. Η Βενετία είναι η μοναδική πόλη όπου η μάσκα γίνεται αντικείμενο κοινής χρήσης. Οι κάτοικοι της το γνωρίζουν καλά κυρίως στις γιορτές και στο καρναβάλι που όλοι την φορούν. Κάθε μάσκα είναι ένα κομμάτι μοναδικό, γιατί είναι αποκλειστικά φτιαγμένο στο χέρι και γιατί κάθε μάσκα είναι διακοσμημένη μοναδικά χωρίς πατρόν.

(εικόνα)

Σε ποιες περιστάσεις τις φορούσαν;

Οι Βενετοί φορούσαν μάσκες κατά τη διάρκεια όλων των σημαντικών εκδηλώσεων, όπως επίσημα δείπνα ή εορτές της Δημοκρατίας, οπότε ήταν επιτρεπτή η χρήση της «bauta ή tabarro» 

.

Η «bauta» απαρτίζεται από ένα κατά το πλείστον μαύρο μανδύα το «tabarro», ένα μαύρο τρίκοχο που φορούσαν στο κεφάλι πάνω από μια λευκή μάσκα την «lavra» λάβρα, από την λατινική λέξη που σημαίνει φάντασμα/μάσκακας τη «Moretta», μια οβάλ μάσκα από μαύρο βελούδο, που κυρίως χρησιμοποιούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τα μοναστήρια. Η μόδα της «Μορέτα», που είχε έρθει από τη Γαλλία εξαπλώθηκε ταχύτατα στη Βενετία, έδινε ιδιαίτερη χάρη στα γυναικεία πρόσωπα και συνδυαζόταν με πέπλο (βέλο) ή καπέλα με πέπλο ή καπέλα με γείσο.

Η «Μορέτα» είναι μια «μουγκή» μάσκα, γιατί κρατιέται στερεωμένη στο πρόσωπο από το στόμα με ένα μικρό πείρο που βρίσκεται στην εσωτερική της πλευρά, στο ύψος του στόματος. 

Εκτός από τους δύο αυτούς τύπους, οι βενετσιάνικες μάσκες μετά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν από επαγγελματίες ηθοποιούς της Κομέντια Ντελ’ Άρτε, αναπαριστώντας χαρακτήρες, εθνικές παραδόσεις, επαγγέλματα και συντεχνίες στενά συνδεδεμένες με τις ιταλικές πόλεις:

HARLEQUIN MASK

I <3 Etsy's BejeweledMasquerade.:

A REAL ARLEQUIN MASK

COLOMBINA MASK

Αρλεκίνος-ο γελωτοποιός-ακόλουθος, Κολομπίνα (μικρό περιστέρι) υπηρέτρια, Μπριγκέλα –ο άσπλαχνος υπηρέτης ή μερικές φορές ταβερνιάρης, Μπουρατίνο ή Πινόκιο, Καπιτάν Σκαραμους, Πανταλόνε ή Μανίφικο –ο πάμπλουτος γέρο-Βενετός, Ντοττόρε –ο πομπώδης γιατρός ή νομικός από τη Μπολόνια, Πιερό (πιερότος) ή Πεντρολίνο – ο αφελής, Πουλτσινέλα η μοχθηρή Ναπολιτάνα με τη μακριά σα ράμφος μύτη, Ζάνι –ο ανόητος πάντα πεινασμένος υπηρέτης.


Πώς κατασκευάζονταν οι μάσκες;

Οι βενετσιάνικες μάσκες είχαν πολύχρονη παράδοση κατασκευής, κατασκευάζονταν από γύψο,πορσελάνη και πεπιεσμένο χαρτί, ήταν πλούσια διακοσμημένες με γούνα, ύφασμα, κοσμήματα, φτερά, και προστάτευαν την ανωνυμία των πολιτών. 

Οι καλλιτέχνες που κατασκεύαζαν μάσκες, ανήκαν στη συντεχνία των ζωγράφων, ονομάζονταν από την εποχή του Δόγη Φόσκαρι «μασκερέρι» και είχαν ήδη συστήσει δικό τους καταστατικό από τον Απρίλιο του 1436. Βοηθοί τους ήταν οι «ταργκέρι», επιγραφογράφοι-χαράκτες, που χάραζαν πάνω στο γύψο λεπτομερείς εκφράσεις -μερικές φορές αστείες ή γελοίες.

 

Γιατί τις φορούσαν;

Από μια άποψη η μυστικότητα που πρόσφερε η μάσκα ήταν αναγκαία, προκειμένου να γίνουν συμφωνίες ή να δει κανείς ανθρώπους, που ίσως να μην ήθελε οι άλλοι γνωρίζουν ότι συνάντησε, σε μια μικρή πόλη όπου σχεδόν όλοι ήταν γνωστοί.

Εξάλλου, οι μάσκες εξυπηρετούσαν επίσης ένα σημαντικό κοινωνικό σκοπό, επιτρέποντας σε όλους τους πολίτες να παραβλέψουν ή να ξεπεράσουν την κοινωνική τους θέση. Φορώντας μάσκα ένας υπηρέτης μπορούσε να περάσει για ευγενής και το αντίθετο. Ανακριτές και κατάσκοποι μπορούσαν να αναμιχθούν με το πλήθος χωρίς η πραγματική ταυτότητα τους να γίνεται αντιληπτή. Ταυτόχρονα διασφαλιζόταν ένα επίπεδο ηθικής, αφού οι άνθρωποι πίσω από την μάσκα, μπορούσαν να αναγνωριστούν από τη φωνή.

BAUTA WHITE WITH HAT

Από τα 1100 και έπειτα όμως η Καθολική Εκκλησία έγινε αυστηρότερη, απαγορεύοντας κατά περιόδους στους κατοίκους να χρησιμοποιούν στις δημόσιες εμφανίσεις τους μάσκες, κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του έτους, ιδιαίτερα στις μέρες που η εκκλησία θεωρούσε ιερές. Η χρήση της μάσκας περιορίστηκε σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, και οι ποινές που επέβαλε η Γαληνότατη στους παραβάτες ήταν αυστηρότατες – δημόσια διαπόμπευση για τις γυναίκες, κράτηση, 18μηνη υποχρεωτική δουλειά κωπηλασίας στις γαλέρες, χρηματικές ποινές. Παρ’ όλα αυτά την τελευταία χρονιά της Δημοκρατίας, η μάσκα ήταν ακόμη αποδεκτή για τρείς μήνες μετά τα Χριστούγεννα από του Αγίου Στεφάνου και μέχρι την επομένη της Καθαρής Δευτέρας. Η περίοδος αυτή, που προηγείτο της εορτής του Πάσχα, συνδυάστηκε μετέπειτα με το Καρναβάλι, που σηματοδοτούσε και την αρχή της θρησκευτικής περισυλλογής και της αποχής από το κρέας.

Μάσκες με ιστορία

Στις πιο γνωστές τυπικές βενετσιάνικες μάσκες ανήκουν οι :

Ντάμα ή Ρεγκίνα, γυναικεία, μοιάζει με τις εξαιρετικά στολισμένες βενετσιάνες του 16ου αιώνα, η πιο δημοφιλής και όμορφη.

Γκάτο, παραδοσιακή μάσκα καρναβαλιού, σε ανάμνηση του θρύλου που ήθελε έναν πάμφτωχο κινέζο να γίνεται ζάμπλουτος, όταν ήρθε στη Βενετία μόνο με μια γέρικη γάτα που απάλλαξε το παλάτι από τα ποντίκια. Όταν γύρισε πίσω, ο γείτονας του, πράσινος από τη ζήλια έσπευσε κι εκείνος στη Βενετία φέρνοντας ακριβά μεταξωτά στο Δόγη, για να φύγει με ανταμοιβή…την πολύτιμη γάτα!

Τζέστερ, ή Τζόλι στη γυναικεία εκδοχή, μεσαιωνική χαρακτηριστική φιγούρα, ο Τρελός, ο Τζόκερ, ο Μπουφόν, που τον είχε «αγγίξει» ο θεός.


 

(εικόνα)

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ


ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ


(image)

Μανουσάκια, μανουσάκια…

2205548101_61bb97258c_z

(εικόνα) 

…Εμένα η μάνα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

όμορφά μου κοριτσάκια-

ώρε σα μπήγα και τα έμασα

και τά ’κανα ματσάκια

-μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-

Μωρέ σαν τι τον έχεις το μ παπά

που κάθεται κοντά σου;

Τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό

και ’γω τον έχω μπάρμπα

μανουσάκια μανουσάκια

μόσχος και γαρυφαλάκια-…

 

 Το τραγούδι είναι δημοφιλέστατο στην Πελοπόννησο, τη δυτική ιδιαίτερα. Τραγουδιέται και χορεύεται σε συμποσιακά γλέντια, γάμους και πανηγύρια αλλά κυρίως τις Απόκριες, καθώς συνδυάζεται και με το ομώνυμο, ευώδες λουλούδι που ανθίζει στην αρχή της άνοιξης, τα μανουσάκια (υάκινθος[4]), αυτοφυές   σε  υγρά, βαλτώδη μέρη (που αφθονούν στη δυτική Ηλεία) και που συλλέγεται  κατά κανόνα σε δεσμίδες.

DSCN3434--@-1

Οι δύο πρώτοι στίχοι του παραπάνω τραγουδιού αποδίδουν το μονόλογο μιας κόρης που ανακοινώνει ότι η μάνα  της την έστειλε (στους  υγρούς, βαλτώδεις αγρούς) να μαζέψει  μανουσάκια και ότι αυτή πήγε (ρήμα που δηλώνει απομάκρυνση, προς τα λιβάδια) και  μάζεψε άφθονα από αυτά, σε δεσμίδες (τα ’κανα ματσάκια). Ο μονόλογος σταματάει απότομα, χωρίς η κόρη να αναφέρει  αν επέστρεψε στη μάνα για να της παραδώσει τα μανουσάκια, εκπληρώνοντας την παραγγελία της.  Το γύρισμα/αποστροφή στο τέλος των δύο πρώτων στίχων που αφηγούνται το μάζεμα των λουλουδιών (…μανουσάκια μανουσάκια όμορφά μου κοριτσάκια…) υποδηλώνει όμως ότι η κόρη  δεν έχει πάει ολομόναχη στους ερημικούς, βαλτώδεις αγρούς αλλά ότι συνοδεύεται από παρέα κοριτσιών.

Ο επόμενος στίχος αποτελεί ερώτηση από κάποιους άλλους ―προφανώς παρόντες, ωσάν τραγικός «χορός»― προς την κόρη να διευκρινίσει τη σχέση της με κάποιον  «παπά» (δηλ. σεβάσμιο, γενειοφόρο και ρασοφόρο άνδρα) που στέκεται στην μπάντα, δηλαδή παράμερα, σε κάποια απόσταση, ωσάν αυτός να μπήκε ξαφνικά στην ερημική σκηνή που διαδραματίζεται. Η κόρη απαντάει ότι η σχέση της με τον «ξένο» παπά είναι συγγενική. Είναι θείος της, αδελφός της μητέρας της (τον έχ’ η μάνα μ’ αδερφό και ’γώ τον έχω μπάρμπα), χωρίς να αναφέρει και το ρόλο που αυτός παίζει στην όλη υπόθεση ή την όποια άλλη, πέραν της συγγενικής,  σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους. Ωστόσο αφήνεται, μέσω και μόνο της ερώτησης, να υπονοηθεί  ότι υπάρχει και κάποια άλλη, άρρητη και κατά ένα τρόπο περίεργη, αναπάντεχη ή μη θεμιτή, σχέση μεταξύ τους καθώς μάλιστα η  μητέρα φαίνεται να μην είναι παρούσα στη σκηνή όπου δρουν η κόρη και τα κορίτσια μοναχικά, προφανώς εκτός κατοικημένου χώρου. Το τραγούδι τελειώνει εκεί.

Narcissus tazetta

Αν αναγνώσουμε το τραγούδι όπως είναι, σαν ποιητικό κείμενο ανεξάρτητο από το συμβολικό, εποχικό  και κοινωνικό πλαίσιο της  ζωντανής,  τελετουργικής του επιτέλεσης τις Απόκριες,  φαίνεται οι δύο πρώτοι στίχοι να είναι άσχετοι με τους δύο τελικούς επόμενους,  και το όλο τραγούδι να μη βγάζει νόημα, να είναι παράλογο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι η κόρη και ο  παπάς-μπάρμπας δεν φέρουν κάποιο όνομα, παράλειψη που μπορεί να παραπέμπει στη συμβολική σημασία των προσώπων της «μανουσο-μαζώχτρας» κόρης και του «παπά-μπάρμπα».  Επίσης  το ότι πέρα από τη συγγενική τους σχέση,  δεν αναφέρεται ρητά τι «παίζεται» ανάμεσα σε αυτούς, όσο  και το γεγονός ότι η κόρη μαζεύει μανουσάκια κατ’ εντολήν της μάνας  της. Ωστόσο το «γύρισμα» που τραγουδιέται σε πολλές επιτελέσεις του τραγουδιού, «…μανουσάκια στο ποτήρι να σε φίληγα στα χείλη…» υποδηλώνει έμμεσα πριν σαφώς τον ερωτικό-σεξουαλικό χαρακτήρα της σχέσης κόρης-μπάρμπα.

DSCN4290

Όπως τόνισα και  παραπάνω, στη δημοτική ποίηση τίποτα δεν είναι τυχαίο και παράλογο, πόσο μάλλον για αυτούς που τραγουδούν τα μανουσάκια και τα χορεύουν σε τελετουργικές περιστάσεις. Μελετώντας λοιπόν το τραγούδι ανάμεσα σε άλλα σχετικά, στο πλαίσιο της ερευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη/Αγιαλένη, παρατήρησα ότι αν αναγνώσουμε  (σωστότερα: ακούσουμε) τα μανουσάκια με τον τρόπο που έχω επιχειρήσει και για άλλα τραγούδια (της Αλεξαντριανής Ελένης, της Αναστασάς,  της Όρθας και άλλων), δηλαδή επιτελούμενο στην εαρινή εποχική τελετουργία της Αποκριάς,  φαίνεται η γριφώδης αφήγησή του να μην είναι αποσπασματική και ακατανόητη αλλά να αφορά ένα ιερό μύθο και θεατρικές δράσεις που συνοδεύουν τη ζωντανή του επιτέλεση, όπου οι επιτελεστές και οι συμμετέχοντες «γνωρίζουν», συνειδητά ή μη,  το μύθο που αυτό αφορά. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ιερά τα τελετουργικά διαδραματιζόμενα,  η Κόρη αποστέλλεται να μαζεύει τα μανουσάκια/υάκινθους κατ’ εντολήν της Μάνας ως ετήσια, εαρινή και  θεάρεστη επιταγή. Η αναφορά στο ότι η κόρη μαζεύει τα χθόνια μανουσάκια (αναρωτιέμαι αν η λέξη έχει σχέση με τη λέξη μάνα) στα (υπονοούμενα ως) υγρά, βαλτώδη  λιβάδια, φέρνει συμβολικά και υπαινικτικά στο προσκήνιο και τον Άδη (καθώς  τα βαλτώδη, υγρά μέρη θεωρούνται στην προφορική παράδοση  είσοδοι προς αυτόν[5]). Ταυτόχρονα γίνεται υπαινικτικά και επίφοβα φανερό στο τραγούδι ότι ανάμεσα στην Κόρη και στο αρσενικό πρόσωπο, το δηλούμενο συγγενικά ως μπάρμπας και ταυτόχρονα με ιερατικό ρόλο ως παπάς, υποβόσκει  κάποια ανόσια  (για τα ανθρώπινα κοινωνικά κριτήρια, από άποψη συγγένειας, ηλικίας και ιερότητας) σχέση ερωτική-σεξουαλική που επίκειται να συμβεί επιτόπου, στο λιβάδι.

P2110023

Ο εν λόγω γενειοφόρος (κατά τεκμήριο, στην ορθόδοξη ιερατική παράδοση) παπάς/μπάρμπας όμως σαν να εμφανίζεται ξαφνικά στο προσκήνιο, στο λιβάδι με τους υάκινθους, δηλαδή συμβολικά ωσάν να βγαίνει μέσα από τα βαλτώδη στόμια του κάτω κόσμου. Η  γαμήλια ερωτική συνεύρεση της νύφης και του γαμπρού στα τραγούδια του γάμου όσο και στα θρησκευτικά που αφορούν την ερωτική συνουσία ανάμεσα στο χθόνιο εραστή και την χθόνια κόρη-Γη  ταυτίζεται  συμβολικά με αρπαγή (βλ. σχετικά την ανάρτηση για τον Λιμάζαγα και την Ελένη σε αυτό εδώ το blog)[6] . Εκτιμώ λοιπόν ότι είναι λογικό, δεδομένης της κρυπτότητας του νοήματος του τραγουδιού όσο και της προκύπτουσας ως τελετουργικής θρησκευτικής/αναβλαστικής επιτέλεσής του στο πλαίσιο της Αποκριάς, να υποθέσουμε ότι ο παπάς/μπάρμπας ταυτίζεται εδώ συμβολικά με τον Υάκινθο-εραστή  που φέρει ήδη στην αγκαλιά της η Κόρη και ―άρρητα στο τραγούδι― να την απαγάγει προκειμένου να συντελεστεί η υποδηλούμενη αναβλαστική-αναγεννητική τους ερωτική συνεύρεση στον κάτω κόσμο.

amfipolh

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, λεπτομέρεια από το ψηφιδωτό δάπεδο του τρίτου θαλάμου στο ταφικό  μνημείο στο λόφο Καστά  της Αμφίπολης,  όπως δημοσιεύτηκε στις 16/10/2014, πηγή:

Χαρταετών… ιστορική αναδρομή.






Ο χαρταετός έχει τις ρίζες του στη λαχτάρα του ανθρώπου να πετάξει σαν τα πουλιά. Η λαχτάρα αυτή είναι πολύ παλιά, αλλά έχει καταγραφεί σε γραπτά και εικόνες που χρονολογούνται από το 500 π.Χ. Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική στιγμή και η τοποθεσία που ο πρώτος χαρταετός ανέβηκε στον ουρανό, όμως πιστεύεται ότι οι Κινέζοι έκαναν την αρχή με μια κατασκευή που αντέγραφε τη μορφή των πουλιών. Σίγουρο είναι ότι περισσότερες από δυο χιλιετίες πριν να ανακαλύψει ο Νεύτωνας τη δύναμη της βαρύτητας, η εφεύρεση του χαρταετού τροφοδοτούσε την επιθυμία του ανθρώπου να νικήσει τη βαρύτητα.

Υπάρχει η πεποίθηση ότι οι χαρταετοί επινοήθηκαν εκ παραλλήλου στην Κίνα και στη Μαλαισία και αυτή η νέα επινόηση διαδόθηκε σε όλη την Ασία από αυτές τις δυο χώρες. Υπάρχουν γραπτές αποδείξεις ότι οι χαρταετοί πετούσαν στον ουρανό της Κίνας από το 200 π.Χ. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Χαν, ένας στρατηγός χρησιμοποιούσε τον χαρταετό κατά ένα πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Κάποια εποχή έπρεπε να καταλάβει με τον στρατό του ένα παλάτι, αλλά συναντούσε δυσκολίες. Αποφάσισε λοιπόν να σκάψει ένα τούνελ, αλλά το βασικό του πρόβλημα ήταν να υπολογίσει το μήκος που έπρεπε να έχει ένα τέτοιο τούνελ. Σήκωσε λοιπόν στον αέρα έναν χαρταετό έχοντας την άκρη του νήματος στο σημείο που ξεκινούσε το τούνελ και τον χαρταετό τον ίδιο να υπερίπταται πάνω από το παλάτι. Με την χρήση απλών γεωμετρικών υπολογισμών μπόρεσε να υπολογίσει με ακρίβεια το μήκος του τούνελ.

Στην Ευρώπη ο χαρταετός κάνει την εμφάνισή του όχι νωρίτερα από το 1400 μ.Χ. από Ευρωπαίους εξερευνητές που επέστρεψαν από την Ασία, όμως το θεωρούσαν απλά ένα αβλαβές παιδικό παιχνίδι. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η άποψη αυτή άλλαξε δραματικά. Τον 18ο αιώνα άρχισε να φαίνεται χρήσιμος σαν επιστημονικό όργανο. Το 1749 ο Σκωτσέζος μετεωρολόγος Alexander Wilson χρησιμοποίησε χαρταετούς για να ανυψώσει θερμόμετρα μέχρι το ύψος των 3000 ποδών για να καταγράψει τις θερμοκρασιακές μεταβολές σε μεγάλο υψόμετρο. Και μετά τρία χρόνια αργότερα, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πλέον σε όλους πείραμα με τον χαρταετό για να αποδείξει ότι οι αστραπές δεν είναι τίποτε άλλο παρά στατικός ηλεκτρισμός. Ο σερ George Cayley πειραματίστηκε με χαρταετό κατά τα έτη 1799 – 1809 στην προσπάθειά του να κατασκευάσει μια μηχανή που θα είναι ικανή να μεταφέρει ανθρώπους στον αέρα.

Το 1853 με τα πειράματά του πέτυχε να πετάξει το πρώτο ανεμοπλάνο ικανό να σηκώσει το βάρος ενός από τους υπηρέτες του σε μια πτήση που κράτησε περίπου 40 δευτερόλεπτα. Στα 1833 ένας βρετανός μετεωρολόγος, ο E.D. Archibald άρχισε να χρησιμοποιεί χαρταετούς για να ανυψώνει ανεμόμετρα, για να καταγράφει την ταχύτητα των ανέμων σε διάφορα υψόμετρα. Έκτοτε, χιλιάδες χαρταετοί χρησιμοποιήθηκαν για την ανύψωση στους ουρανούς μετεωρολογικών οργάνων για την συλλογή πληθώρας δεδομένων, που βοήθησαν στην πρόγνωση του καιρού. Ήδη από το 1887 ο Archibald άρχισε να τραβάει αεροφωτογραφίες με την χρήση χαρταετών, μια πρακτική που ακόμα και σήμερα εφαρμόζεται. Η χρήση των χαρταετών στην αεροφωτογράφηση είναι μια φτηνή μέθοδος φωτογράφησης καιρικών φαινομένων, ή και ακόμα τοποθεσιών, όπως υφάλους, λείψανα ναυαγίων κλπ. Με το τέλος του 19ου αιώνα οι χαρταετοί εθεωρούντο σαν ένα σοβαρό επιστημονικό εργαλείο και άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μηχανικών πτητικών μηχανών βαρύτερων του αέρα. Σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική εκτελούσαν πειράματα με σκοπό να βρεθεί η ιδανική πτητική μηχανή, αλλά μόνο οι αδελφοί Ράιτ το πέτυχαν.

 xartaetoi

 

Κατά την διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων οι χαρταετοί χρησιμοποιήθηκαν σαν συσκευές παρατήρησης. Το πεδίο οράσεως των γερμανικών υποβρυχίων στο επίπεδο της θάλασσας περιοριζόταν στα 8 χιλιόμετρα, όμως όταν ανύψωναν έναν παρατηρητή στα 400 πόδια, τότε το πεδίο οράσεως αύξανε στα 40 χιλιόμετρα. Οι χαρταετοί προσέλκυσαν το ενδιαφέρον ξανά στην δεκαετία του 1950 και 1960, όταν ο Francis Rogallo δημιούργησε έναν απόλυτα ευέλικτο χαρταετό χωρίς την χρήση άκαμπτων δοκών. Αντί για δοκούς, αυτό το είδος χαρταετού χρησιμοποιεί τον αέρα να τον κρατά ανοικτό και να διατηρεί το σχήμα του. Το «φτερό του Rogallo» δεν χρησιμοποιείται πλέον σαν χαρταετός, έχει βρει πληθώρα εφαρμογών από τον αμερικανικό στρατό και είναι η βάση κατασκευής για ανεμόπτερα, ή υπέρ-ελαφρά αεροσκάφη.

Το ενδιαφέρον για τους χαρταετούς έχει αναζωπυρωθεί τελευταία, εξ αιτίας κυρίως της ανάπτυξης των «αθλητικών χαρταετών». Αυτού του είδους οι χαρταετοί συχνά χρησιμοποιούν δύο κορδόνια, με τα οποία μπορεί κανείς να τους πλοηγήσει στον αέρα με ταχύτητες που μερικές φορές φτάνουν και τα 100 χμ την ώρα. Αυτού του είδους οι χαρταετοί δεν είναι νέοι, παλαιότερες μορφές έχουν αναπτυχθεί στην Ασία. Φτιαγμένοι από λεπτό χαρτί και ξύλο μπαμπού, χρησιμοποιούν μόνο ένα κορδόνι αντί για δύο, αυτοί οι χαρταετοί μπορούν να κάνουν μανούβρες μόνο με την αυξομείωση της έντασης στο κορδόνι. Τραβώντας το κορδόνι, λυγίζουν οι άκρες του αετού και αυξάνεται η ευστάθειά του, ενώ αφήνοντας το κορδόνι ο χαρταετός γίνεται επίπεδος, χάνοντας σε ευστάθεια. Ο έλεγχος σε αυτούς τους χαρταετούς εξαρτάται κύρια στην εμπειρία του χειριστή του. Στην Ασία οι χειριστές αγωνίζονται να καταφέρουν να καταρρίψουν τους αντίπαλους χαρταετούς, χρησιμοποιώντας κορδόνια που μπορούν να κόψουν τα κορδόνια των άλλων. Οι χαρταετοί με πολλαπλά κορδόνια δεν είναι νέοι στην Ευρώπη.



Στα 1826 ο George Pocock χρησιμοποίησε χαρταετούς με τέσσερα κορδόνια για να σύρει καρότσια στη αγγλική ύπαιθρο με ταχύτητα 30χμ την ώρα. Το κορδόνια αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο των χαρταετών όπως περίπου τα πανιά των καραβιών. Στην δεκαετία του 1960 οι χαρταετοί με δύο κορδόνια άρχισαν να γίνονται περισσότερο δημοφιλείς στην αγορά, ειδικότερα όταν ο Peter Powell λανσάρισε τον Stunt Kite. Μετά την παρουσίαση αυτού του χαρταετού, παρουσιάστηκαν αρκετές βελτιστοποιήσεις. Μια από αυτές αφορά την παρουσίαση του αετού σχήματος δέλτα. Ο αετός τύπου δέλτα, είναι ανεμόπτερο που χρησιμοποιεί υλικά που αρχικά χρησιμοποιήθηκαν από την βιομηχανία του διαστήματος. Υλικά όπως το κεβλαρ έχουν μεγάλες αντοχές στις τάσεις, ενώ παράλληλα έχουν πολύ μικρό βάρος.

Η πλέον πρόσφατη βελτίωση στους χαρταετούς είναι η επαναφορά των αετών με τέσσερα κορδόνια. Αυτοί οι «τετραπλοί» χαρταετοί μπορούν να πετάξουν και προς τις τέσσερις κατευθύνσεις. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι νέα, αλλά η ιδέα είναι παλιά. Οι αδελφοί Ράιτ χρησιμοποιούσαν τους τετραπλούς αετούς για να δοκιμάσουν τις ιδέες τους σχετικά με το δίπλωμα των φτερών. Η αρχή της χρήσης των τεσσάρων κορδονιών είναι απλή. Ο χειριστής κρατά από ένα ζευγάρι κορδόνια σε κάθε χέρι. Κάθε ζευγάρι είναι δεμένο στο πάνω και στο κάτω μέρος του αετού, και περιστρέφοντας έναν άξονα που κρατά ο χειριστής και που ενώνει όλα τα κορδόνια. Μπορεί και αλλάζει την γωνία πρόσπτωσης του αετού. Αν και αυτού του είδους αετοί είναι βαρείς να ελέγξει κανείς, δίνει την δυνατότητα στον χειριστή να μάθει περισσότερα σχετικά με τις ιδιότητες των αετών σε συνάρτηση με την επίδραση του αέρα. Έτσι, οι χαρταετοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε σαν άθλημα είτε σαν χόμπι. Eπιπρόσθετα πλεονεκτούν στα εξής: είναι φτηνοί, κατασκευάζονται εύκολα, και το σημαντικότερο, μαθαίνουν τον χρήστη περισσότερα για τον φυσικό κόσμο.