(image)

(Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυο αδελφές. Κι η μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε πως το σπίτι τους είχε μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα, ή, μάλλον, στο Άργος — σύγχυζε τη μυθολογία, την ιστορία και την ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν, όχι το μέλλον. Αυτό μόνον. Αργότερα συνήλθε. Κι είναι αυτή που μου μίλησε το βράδυ που τους έφερα απ’ την ξενιτιά ένα μήνυμα του θείου τους — αδελφού του πατέρα τους. Η άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Πότε πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα με παντόφλες στη διπλανή κάμαρα, όσο μιλούσε η μεγάλη):

Τώρα γυρίζουμε μονάχες οι δυο μικρές αδελφές μέσα σε τούτο το απέραντο σπίτι —

μικρές, που λέει ο λόγος, — από χρόνια γεράσαμε κι εμείς,

είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κι οι μόνες, άλλωστε, που απομείναμε. Δεν ξέρουμε

πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε·

να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο — μια ζωή περάσαμε δω μέσα —

είναι κι ο χώρος των νεκρών μας εδώ — δεν μπορείς να τους πουλήσεις —

κι άλλωστε ποιός τους παίρνει τους νεκρούς; Μα πάλι να τους κουβαλάμε

απ’ το ’να σπίτι στ’ άλλο, απ’ τη μια συνοικία στην άλλη, —

πολύ κουραστικό κι επικίνδυνο· — βολεύτηκαν εδώ

άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, άλλος κάτω απ’ το τραπέζι,

άλλος πίσω απ’ τη ντουλάπα ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,

άλλος μες στο γυαλί της λάμπας — τόσο σεμνός κι ολιγαρκής όπως πάντα του,

άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τους δυο λεπτούς, σταυρωτούς ίσκιους

που γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες της μικρής αδελφής μου.

Τα μεγάλα έπιπλα τα κλείσαμε στο κάτω πάτωμα,

το ίδιο και τα βαριά χαλιά και τα βελούδινα ή μεταξωτά παραπετάσματα,

τραπεζομάντιλα, κεντητά πετσετάκια, κρύσταλλα, σερβίτσια,

μεγάλους δίσκους ασημένιους που καθρέφτιζαν άλλοτε

ολόκληρο το πλατύ πρόσωπο της φιλοξενίας,

κουβέρτες και μεταξωτά παπλώματα κι ασπρόρουχα,

μάλλινα ρούχα, τσάντες, πανωφόρια,

δικά μας και μαζί των πεθαμένων —όλα ανάκατα—

γάντια, δαντέλες και φτερά στρουθοκαμήλου απ’ τα καπέλα της μητέρας,

το πιάνο, τις κιθάρες, τους αυλούς, τα ταμπούρλα,

και ξύλινα άλογα και κούκλες απ’ τα παιδικά μας χρόνια,

επίσημες στολές του πατέρα και το πρώτο μακρύ παντελόνι του μεγάλου αδελφού μας,

η φιλντισένια κασετίνα με τις ξανθές μπούκλες του μικρού, το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι,

κοστούμια ιππασίας και σακίδια και μανδύες — όλα ανάκατα,

χωρίς ναφθαλίνη ή κλωνάκια λεβάντας σε τούλινες θήκες.

Καρφώσαμε και τα δωμάτια. Κρατήσαμε μονάχα

αυτές τις δυο δυτικές κάμαρες του πάνω πατώματος,

το διάδρομο και το κλιμακοστάσιο βέβαια,

αν χρειαστεί καμιά φορά να βγούμε το βραδάκι να σεργιανίσουμε στον κήπο

ή να ψωνίσουμε κάτι βιαστικά απ’ τα περίχωρα.

Κι ούτε να πεις πως κι έτσι ησυχάσαμε. Απαλλαχτήκαμε οπωσδήποτε

από κινήσεις περιττές, ανόητα συγυρίσματα, μάταιους κόπους,

για μια τάξη ακατόρθωτη, για μια ανεφάρμοστη οργάνωση. Ωστόσο

το σπίτι, έτσι γυμνό και κλειστό, έχει αποχτήσει

μια τρομερή, λεπτότατη αντήχηση

σε κάθε πέρασμα ποντικού, κατσαρίδας ή νυχτερίδας…..

[IMG]

(image)

Γιάννης Ρίτσος

Απόσπασμα από: Το νεκρό σπίτι

Φανταστική κι αυθεντική ιστορία

μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας

Advertisements

Γελούσαμε…

 laterna-magica

 ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον

κάμπο.

 Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και

τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το

στρογγυλό τζαμάκι που ‘μoιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.

 Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες

και ήλιος.

 Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά

λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.

Γελάσαμε κι εμείς διπλά, κι όλα τριγύρω κι όλα μέσα μας γελούσαν –

όλα: λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ιδού…

(εικόνα)

«…Μα τα καλύτερα νυχτέρια μας ήταν τη Μεγάλη Εβδομάδα, ιδίως τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα Ευαγγέλια που κράταγε πολύ και βρίσκαμε καιρό να λέμε και να λέμε, μεθυσμένοι απ τις ψαλμουδιές, απ το λιβάνι, απ τη μυρωδιά του λιωμένου κεριού, απ τις φλόγες και κάτι άλλο που δεν ξέραμε να το πούμε βαθιά μέσα μας που πολύ αργότερα το παμε «ένδοξο πόνο» κι άλλος το πε «σμίξιμο του έρωτα και του θανάτου» (…) και τότε βγαίνει απ την πλαϊνή πύλη ο Εσταυρωμένος κι εμείς με τα εξαπτέρoυγα κι οι ιερείς με τα θυμιατά, και γίνεται η μεγάλη σιωπή του «σήμερον κρεμάται επί ξύλου» και τα πάντα σβήνουν και κατορθώνονται κάπου αλλού, (…) κι η θάλασσα σωπαίνει για ν ακούσει και τα άστρα ξύνουν με τα νύχια τους το σκοτάδι και περιμένουν (Εκείνον; Εμάς;) και τα πορτοκαλάνθια, τα τριαντάφυλλα, τα γιασεμιά, τα χρυσάνθεμα, οι γαζίες, οι μαργαρίτες φουντώνουν για το στόλισμα του Επιταφίου, και σκαλιστές λαμπάδες κρέμονται έξω από τα μαγαζιά την Ανάσταση, (…), κι έλεγα να βρω το «αθάνατο νερό» πρώτα απ όλα για τη μαμά και για όλους, ναι και για μένα, γι αυτό όταν γυρίζαμε απ την Ανάσταση με τις λαμπάδες και βάζαμε το χέρι μας μπροστά στη φλόγα μη μας τη σβήσει ο αέρας, εγώ έφερνα την παλάμη μου κοντά στη φλόγα να δω αν με κάψει, αν πονέσω, γιατί μια και υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να πονέσω…»

ΠΗΓΗ