ΡΙΠΙΣ-ματα…

GEISHA 1

(εικόνα)

Ριπίς, βεντάλια ή βεντάγια και η ιστορία της!

Από την αρχαιότητα, οι βεντάλιες είχαν μια διπλή λειτουργία, ένα σύμβολο θέσης και μια χρήσιμη διακόσμηση. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξής τους, οι βεντάλιες φτιάχνονταν από ποικίλα υλικά και εξελίχθηκαν στην πορεία σαν διακοσμητικά έργα τέχνης.

Κατασκευάζονταν από πλατιά φύλλα φοίνικα, λωτού και στρουθοκαμήλου και άλλων πτηνών, ενώ αργότερα από χαρτί ή χοντρό ύφασμα.

Οι απλούστερες βεντάλιες ήταν φύλλα ή επίπεδα αντικείμενα, που κυμάτιζαν για να παράγουν δροσιά. Οι Έλληνες, οι Ετρούσκοι, και οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν αυτά τα άκαμπτα ή διπλωμένα φορητά μέσα  για την ψύξη, για την κυκλοφορία αέρα, ως εθιμοτυπική συσκευή, και ως sartorial εξάρτημα σε όλο τον κόσμο από τους αρχαίους χρόνους.


Κυρία, η οποία απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο της, ενώ μια δούλη τη δροσίζει κουνώντας μια βεντάλια. Αμφορέας της Απουλίας των μέσων του 4ου αι. π.χ.

Κυρία, η οποία απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο της, ενώ μια δούλη τη δροσίζει κουνώντας μια βεντάλια. Αμφορέας της Απουλίας των μέσων του 4ου αι. π.χ.

Η βεντάλια λέγεται και ‘ριπίδιο’ (ριπίζω= φυσώ, αερίζω, ανεμίζω), το υποκοριστικό της λέξης ριπίς (εν ριπή οφθαλμού). Είναι το πιο γνωστό μικρό πτυχωτό αξεσουάρ της γυναικείας κομψότητας, αλλά και χρησιμότητας.

Οι πιο πρόωρες γνωστές βεντάλιες καλούνται «βεντάλιες οθόνης» ή «σταθερές βεντάλιες φύλλων». Αυτές χρησιμοποιούνταν με το χέρι για να δροσίσουν το σώμα, για να παραγάγουν ένα αεράκι, και για να διώχνουν τα έντομα. Τέτοιες πρόσφατες βεντάλιες ήταν συνήθως από φύλλα φοινίκων.

Εικάζεται ότι οι πρώτοι που συνέλαβαν την ιδέα της βεντάλιας σαν μέσον για τη δημιουργία δροσερού αέρα, τις ζεστές και υγρές μέρες του καλοκαιριού, ήταν οι Ινδοί, οι Κινέζοι και οι Αιγύπτιοι. Για την αισθητική της εικόνα χρησιμοποίησαν φτερά παγωνιού, πάπυρο, λεπτά υφάσματα και αρωματικά ξύλα.

(εικόνα)

Στην Ελλάδα εμφανίστηκε περίπου τον 5ο αιώνα π.Χ. και δεν ήταν αποδεκτή. Ο Ευριπίδης, μάλιστα, την είχε χαρακτηρίσει ως βαρβαρική συνήθεια. Ωστόσο η βεντάλια έγινε σύμβολο του Έρωτα, του μικρού θεού, γιου της Αφροδίτης. Σιγά σιγά άρχισε να κατασκευάζεται με φροντίδα και επιμέλεια, γιατί άρχισε να είναι ένα αρεστό αξεσουάρ.

Οι αρχαίες Αθηναίες κρατούσαν βεντάλιες από φτερά παγωνιού που τα έφερναν έμποροι από την Φοινίκη και τα μακρινά λιμάνια, ενώ οι Ρωμαίες πατρικίες τις είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Οι τεχνίτες, στο μεταξύ, τις δούλευαν τεντώνοντας το δέρμα των ζώων ή πουλιών επάνω στα υπέροχα πλαίσια από σπάνια ξύλα και μέταλλα.


Μερικές από τις πιο πρόσφατες βεντάλιες έχουν προέλθει από τους αιγυπτιακούς τάφους.

Στην αρχή οι Ασσύριοι και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν τους σκλάβους και τους υπαλλήλους για να χειριστούν την βεντάλια. Στις αιγυπτιακές απεικονίσεις, οι βεντάλιες ήταν του άκαμπτου τύπου. Στον τάφο του Tουταγχαμών (14ος αι. π.Χ.) βρέθηκαν χρυσές βεντάλιες με μακριές λαβές με τα φτερά στρουθοκαμήλων.  .

Στην Ινδία, ο όρος Hindi για μια βεντάλια είναι «pankha» (ένα παράγωγο «ενός φτερού» ή «του φτερού ενός πουλιού»).



Στην Ελλάδα, οι πρώτες βεντάλιες ήταν από τεντωμένο λινό ύφασμα ενώ στη Ρώμη, βρέθηκαν επιχρυσωμένες και χρωματισμένες ξύλινες βεντάλιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Ταναγραίες κόρες, ευγενείς κυρίες, πρότυπα ιδανικής ομορφιάς και μόδας της εποχής τους που κρατούν βεντάλιες. Οι κυρίες της Ρώμης σε όλη την αυτοκρατορία χρησιμοποίησαν τις κυκλικές βεντάλιες. Οι κινεζικές πηγές συνδέουν την βεντάλια με τους μυθικούς και ιστορικούς χαρακτήρες.

Στην Κίνα, η διπλωμένη βεντάλια ήταν στη μόδα κατά τη διάρκεια της δυναστείας Ming μεταξύ των ετών των 1368 και των 1644, και το Hangzhou ήταν κέντρο του διπλώματος της παραγωγής βεντάλιας. Mai Ogi (ή κινέζικα βεντάλια που χορεύει) έχει δέκα ραβδιά και ένα παχύ χαρτί όπου τοποθετούσαν όλο το οικογενειακό δέντρο.


 Οι κινέζοι ζωγράφοι επεξεργάστηκαν πολλά σχέδια διακοσμήσεων βεντάλιας. Ελεφαντόδοντο, κόκκαλο, μαργαριτάρι, σανταλόξυλο ή το κοχύλι, ήταν χαραγμένα και καλυμμένα με το χαρτί ή το ύφασμα. 

(εικόνα)



Στην Κίνα, οι βεντάλιες οθόνης χρησιμοποιήθηκαν σε όλη την κοινωνία. Οι πιο πρόσφατες γνωστές κινεζικές βεντάλιες είναι ένα ζευγάρι από μπαμπού βεντάλιες από το 2ο Π.Χ. αιώνα. Ο κινεζικός χαρακτήρας για την βεντάλια προέρχεται ετυμολογικά από μια εικόνα των φτερών, κάτω από μια στέγη και σημαίνει «να ταράξει τον αέρα».

Εικόνα du Blog jp59.centerblog.net

(εικόνα)

Οι βεντάλιες ήταν μέρος της κοινωνικής θέσης για το Κινεζικό λαό. Μια ιδιαίτερη θέση και ένα γένος θα χορηγούσαν έναν συγκεκριμένο τύπο βεντάλιας σε ένα άτομο.

Η διπλωμένη βεντάλια εφευρέθηκε στην Ιαπωνία τον 8ο αιώνα και εμφανίστηκε στην Κίνα τον 9ο αιώνα. Από την Κίνα η μόδα πέρασε στην Ινδία και μετά στην Περσία, όπου τις κατασκεύαζαν από λευκές τρίχες της ουράς των αλόγων και των βοδιών για να διώχνουν τις μύγες.

Το Akomeogi (ή ιαπωνική διπλωμένη βεντάλια Hiôgi) δημιουργήθηκε τον 6ο αιώνα. Αυτές ήταν βεντάλιες που κατείχαν οι αριστοκράτες της περιόδου Heian, όταν ντύνονταν τυπικά. Κατασκευάζονταν με τη σύνδεση των λεπτών λωρίδων του hinoki (ή του ιαπωνικού κυπαρισσιού) μαζί με νήμα. Ο αριθμός λωρίδων του ξύλου διέφερε, σύμφωνα με την τάξη του προσώπου.

Χρησιμοποιούνται σήμερα από τους Shinto, δηλαδή τους ιερείς, κοσμούν το επίσημο κοστούμι του ιαπωνικού δικαστηρίου (χρησιμοποιούνται και από τον αυτοκράτορα και την αυτοκράτειρα κατά τη διάρκεια του γάμου) και είναι λαμπρά χρωματισμένες με τους μακριούς θυσάνους. Η κινέζικη βεντάλια παρουσιάζεται στον 7ο αιώνα και η βεντάλια χειρός ήταν μια σειρά από φτερά που τοποθετούνταν στο τέλος μιας λαβής. Τα τυπωμένα φύλλα στις βεντάλιες και οι χρωματισμένες βεντάλιες γίνονταν σε ένα είδος χαρτιού. Το χαρτί ήταν αρχικά χέρι – που έγινε και πάνω του επιδείχθηκε το χαρακτηριστικό υδατόσημα.


Το δίπλωμα της βεντάλιας (ιαπωνικό «sensu», κινέζικα: «shān zi») συνεχίζει να είναι σημαντικό ως πολιτιστικό σύμβολο και είναι δημοφιλές αναμνηστικό τουριστικό δώρο στην ανατολική Ασία. 

Στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η βεντάλια ήταν απούσα. Η πιο πρόσφατη βεντάλια της χριστιανικής Ευρώπης ήταν flabellum (ή εθιμοτυπική βεντάλια), η οποία χρονολογείται στον 6ο αιώνα. Αυτές χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των υπηρεσιών για να οδηγήσουν τα έντομα μακριά από το ψωμί και το κρασί. Η χρήση τους τελείωσε στη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, αλλά συνεχίστηκε στις ανατολικές ορθόδοξες και αιθιοπικές εκκλησίες.

Κατά το Μεσαίωνα οι βεντάλιες είχαν σχήμα σημαίας αποτελούμενο από τεμάχιο υφάσματος ή μεμβράνης, ορθογωνίου σχήματος με διάφορες παραστάσεις. Με το πέρασμα των χρόνων η βεντάλια έγινε το αγαπημένο κόσμημα και στολίδι στα χέρια των γυναικών, κι ένας δροσερός σύντροφος. Επίσης η βεντάλια εξέφραζε διάφορα γυναικεία συναισθήματα και επιθυμίες, ανάλογα με τον τρόπο που καθεμιά την κρατούσε.

Επίσης, διάβασα, πως αν η βεντάλια πέσει και ο άνδρας την περιμαζέψει, της κάνειπρόταση. Αν απλώσει το δεξί της χέρι να την πιάσει, αποδέχεται την πρόταση.

Στο 16ο αιώνα η διπλωμένη βεντάλια, που εισήχθη από την Κίνα, έγινε δημοφιλής στην Ευρώπη. Αυτές οι βεντάλιες απεικονίζονται ιδιαίτερα στα πορτρέτα των ευγενών γυναικών της εποχής. Η βασίλισσα Elizabeth της Αγγλίας χρησιμοποιούσε και τους δύο τύπους βεντάλιας, εκείνης που ήταν διακοσμημένης με το pom poms, κι εκείνης με την παλαιότερη άκαμπτη βεντάλια, διακοσμημένη συνήθως με φτερά και κοσμήματα. Αυτές οι άκαμπτες βεντάλιες κρέμονταν συχνά από τις φούστες των κυριών. Στη Γαλλία έπειτα από δυο αιώνες η κομψότητα μιας γυναίκας θεωρούνταν πλήρης, όταν εκείνη κρατούσε στο χέρι της μια ανοιχτή βεντάλια.

James Wells Champney – The Fan

Στις αρχές του 16ου αιώνα εμφανίστηκαν οι πτυσσόμενες βεντάλιες με απλή διακόσμηση. Στον 17ο αιώνα οι διπλωμένες βεντάλιες κέρδισαν την κυριαρχία στην Ευρώπη. Οι βεντάλιες άρχισαν να επιδεικνύουν τα καλά χρωματισμένα φύλλα, συχνά με ένα θρησκευτικό ή κλασσικό θέμα. Η αντίστροφη πλευρά αυτής της βεντάλιας άρχισε επίσης να επιδεικνύει τα επιμελημένα σχέδια λουλουδιών. Τα ραβδιά είναι συχνά από ελεφαντόδοντο ή ταρταρούγα, που ενθέτονταν μερικές φορές με τη χρυσή ή ασημένια εργασία πικαρισμάτων. Η διακόσμηση της βεντάλιας εισήχθη στην Γαλλία από την Αικατερίνη των Μεδίκων, η οποία βοήθησε στη διάδοσή της. Στις αρχές του 17ου αιώνα η βεντάλια είχε καθιερωθεί πλέον ως σύμβολο κομψότητας.

Στο 18ο αιώνα, οι βεντάλιες έφθασαν σε έναν υψηλό βαθμό καλλιτεχνίας και κατασκευάζονταν σε όλη την Ευρώπη από ειδικευμένους βιοτέχνες. Οι διπλωμένες βεντάλιες από δαντέλα, μετάξι, ή περγαμηνή ήταν διακοσμημένες και χρωματισμένες από τους καλλιτέχνες. Θαυμαστές βεντάλιες εισήχθησαν εκείνη την περίοδο από την Κίνα και από τις επιχειρήσεις της ανατολικής Ινδίας.

Τον 18ο αιώνα οι μαρκησίες την χρησιμοποιούσαν με μαγευτική χάρη. Κατασκευασμένες από ξύλο και χρυσό, από λάκα ή ελεφαντοστού, ζωγραφισμένες από μεγάλους καλλιτέχνες, διακοσμημένες με σκηνές από τη μυθολογία ή την ιστορία… και κάποιες από αυτές πάνω τους είχαν γραμμένα ποιήματα και τραγούδια.


σωλήνες για τις δημιουργίες

http://jp59.centerblog.net/rub-tubes-eventails.html

Εισαγωγές στην Ευρώπη γίνονταν από την Κίνα και την Ιαπωνία. Οι βεντάλιες αυτές ήταν πανέμορφες, κατασκευασμένες ολόκληρες από ελεφαντοστού με μια διπλή κορδέλα που συγκρατούσε τα πιο λεπτά κομμάτια από μπαμπού, φτερά και άλλα υλικά. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν βεντάλιες με καθρέπτες και έγιναν μόδα σε όλη την Ευρώπη.

Σε διάφορες εποχές διακοσμήθηκαν με τα πορτρέτα του Λουδοδίκου του ΙΔ’, του Δελφίνου και του Μιραμπώ, απεικόνισαν την διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ την εποχή της τρομοκρατίας, πάνω στις λαμπερές επιφάνειες τους, έγραφαν «Κάτω Οι Τύραννοι» και «Ελευθερία ή Θάνατος»! Στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, η βεντάλια σημείωσε την μεγαλύτερη επιτυχία, αλλά ήταν ήδη γνωστή από την εποχή του Ερρίκου του Η’.

Η Βασίλισσα Ελισάβετ δήλωσε κάποτε με ενθουσιασμό: ‘‘Η βεντάλια είναι το μόνο δώρο που μπορεί να γίνει δεκτό από μία βασίλισσα’’.


Στην Χριστιανική Εκκλησία η βεντάλια είχε, κατά τον Άγιο Ιερώνυμο, την αλληγορική σημασία της Αγωγής και της Αγνότητας. Λέγεται ότι, κατά τον 11ο αιώνα, υπήρξε η λειτουργική βεντάλια, που είχε σχήμα στρογγυλό με λατινικές επιγραφές.

Η βεντάλια εξάλλου, έγινε μέσον για την έκφραση ηθικών καταστάσεων και μυστικών συνεννοήσεων. Σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιαπωνία, όπου οι γυναίκες δεν είχαν ακόμα καμία ελευθερία, η βεντάλια έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Ιδίως το Ισπανικό λεξιλόγιο για τις βεντάλιες περιλαμβάνει πάρα πολλές έννοιες, αναλόγως με το πώς θα κρατά ή θα χρησιμοποιεί η γυναίκα την βεντάλια.

Στην Βραζιλία και το Περού, οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν βεντάλιες με επτά φύλλα, που αντιστοιχούσαν στις επτά ημέρες της εβδομάδας και αποτελούσαν την ρύθμιση του ραντεβού τους.


Gustav Klimt – Lady with a Fan

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Βαρώνη ντε Σταφ περιέλαβε το γυναικείο αυτό εξάρτημα στους κανόνες της καλής συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα, η οικοδέσποινα έπρεπε το καλοκαίρι να τοποθετεί όμορφες βεντάλιες πάνω στο τραπέζι για να τις χρησιμοποιούν οι φίλες της. Η πένθιμη βεντάλια έπρεπε να είναι από μαύρο μεταξωτό ύφασμα, χωρίς κανένα σχέδιο.

Στον 19ο αιώνα στη Δύση, έχει ειπωθεί ότι στα δικαστήρια της Αγγλίας, της Ισπανίας και αλλού οι βεντάλιες χρησιμοποιήθηκαν λίγο πολύ σε ένα μυστικό κώδικα μηνυμάτων. Αυτές οι γλώσσες της βεντάλιας ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπιστεί ο περιορισμός της κοινωνικής εθιμοτυπίας.

Στην εποχή μας, έχει μόνον την πρακτική αποστολή να προσφέρει δροσιά στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού και ενίοτε διακοσμητικό ρόλο.

Τέχνη, Γράμματα και βεντάλιες

Η βεντάλια αποτελεί μέρος θεματικών ενοτήτων πολλών ζωγράφων, όπως στον πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη, Ναύτης και έρωτες (βεντάλια) – 1943

Τσαρούχης Γιάννης-Ναύτης και έρωτες (βεντάλια), 1943

Πολλές φορές είναι στίχος τραγουδιού, όπως «η μικρή μου μωβ βεντάλια» που ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου σε στίχους Ανδρέα Μικρούτσικου και μουσική Θάνου Μικρούτσικου!

«Μικρή μου μωβ βεντάλια

στου ονείρου τα κοράλλια

σε είδα να τριγυρνάς…»


Winslow+Homer+-+Tutt%2527Art%2540+%2528382%2529

(εικόνα)

ΠΗΓΗ

ΣΧΕΤIKΟ  Α’

ΣΧΕΤΙΚΟ  Β’ 

ΚΑΙ ΕΔΩ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΒΕΝΤΑΛΙΕΣ ΣΕ  ΠΙΝΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΖΩΦΡΑΦΩΝ

ΕΠΙΣΗΣ

ΜΑΣΚΑρέματα

 

 


Οι βενετσιάνικες μάσκες αποτελούν σήμα κατατεθέν της Αποκριάς. Η χρήση της μάσκας σ’ όλη τη διάρκεια της Ενετικής Δημοκρατίας παραμένει μια από τις πιο εκκεντρικές πρακτικές του ανθρώπινου είδους. Παρ’ όλο που, μάσκες έχουν φορεθεί σε όλους σχεδόν ανά τον κόσμο και τους αιώνες, πολιτισμούς, πότε ίσως, δεν χρησιμοποιήθηκαν τόσο ένθερμα και φαντασμαγορικά όσο στη Βενετία. Η Βενετία είναι η μοναδική πόλη όπου η μάσκα γίνεται αντικείμενο κοινής χρήσης. Οι κάτοικοι της το γνωρίζουν καλά κυρίως στις γιορτές και στο καρναβάλι που όλοι την φορούν. Κάθε μάσκα είναι ένα κομμάτι μοναδικό, γιατί είναι αποκλειστικά φτιαγμένο στο χέρι και γιατί κάθε μάσκα είναι διακοσμημένη μοναδικά χωρίς πατρόν.

(εικόνα)

Σε ποιες περιστάσεις τις φορούσαν;

Οι Βενετοί φορούσαν μάσκες κατά τη διάρκεια όλων των σημαντικών εκδηλώσεων, όπως επίσημα δείπνα ή εορτές της Δημοκρατίας, οπότε ήταν επιτρεπτή η χρήση της «bauta ή tabarro» 

.

Η «bauta» απαρτίζεται από ένα κατά το πλείστον μαύρο μανδύα το «tabarro», ένα μαύρο τρίκοχο που φορούσαν στο κεφάλι πάνω από μια λευκή μάσκα την «lavra» λάβρα, από την λατινική λέξη που σημαίνει φάντασμα/μάσκακας τη «Moretta», μια οβάλ μάσκα από μαύρο βελούδο, που κυρίως χρησιμοποιούσαν προκειμένου να επισκεφθούν τα μοναστήρια. Η μόδα της «Μορέτα», που είχε έρθει από τη Γαλλία εξαπλώθηκε ταχύτατα στη Βενετία, έδινε ιδιαίτερη χάρη στα γυναικεία πρόσωπα και συνδυαζόταν με πέπλο (βέλο) ή καπέλα με πέπλο ή καπέλα με γείσο.

Η «Μορέτα» είναι μια «μουγκή» μάσκα, γιατί κρατιέται στερεωμένη στο πρόσωπο από το στόμα με ένα μικρό πείρο που βρίσκεται στην εσωτερική της πλευρά, στο ύψος του στόματος. 

Εκτός από τους δύο αυτούς τύπους, οι βενετσιάνικες μάσκες μετά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν από επαγγελματίες ηθοποιούς της Κομέντια Ντελ’ Άρτε, αναπαριστώντας χαρακτήρες, εθνικές παραδόσεις, επαγγέλματα και συντεχνίες στενά συνδεδεμένες με τις ιταλικές πόλεις:

HARLEQUIN MASK

I <3 Etsy's BejeweledMasquerade.:

A REAL ARLEQUIN MASK

COLOMBINA MASK

Αρλεκίνος-ο γελωτοποιός-ακόλουθος, Κολομπίνα (μικρό περιστέρι) υπηρέτρια, Μπριγκέλα –ο άσπλαχνος υπηρέτης ή μερικές φορές ταβερνιάρης, Μπουρατίνο ή Πινόκιο, Καπιτάν Σκαραμους, Πανταλόνε ή Μανίφικο –ο πάμπλουτος γέρο-Βενετός, Ντοττόρε –ο πομπώδης γιατρός ή νομικός από τη Μπολόνια, Πιερό (πιερότος) ή Πεντρολίνο – ο αφελής, Πουλτσινέλα η μοχθηρή Ναπολιτάνα με τη μακριά σα ράμφος μύτη, Ζάνι –ο ανόητος πάντα πεινασμένος υπηρέτης.


Πώς κατασκευάζονταν οι μάσκες;

Οι βενετσιάνικες μάσκες είχαν πολύχρονη παράδοση κατασκευής, κατασκευάζονταν από γύψο,πορσελάνη και πεπιεσμένο χαρτί, ήταν πλούσια διακοσμημένες με γούνα, ύφασμα, κοσμήματα, φτερά, και προστάτευαν την ανωνυμία των πολιτών. 

Οι καλλιτέχνες που κατασκεύαζαν μάσκες, ανήκαν στη συντεχνία των ζωγράφων, ονομάζονταν από την εποχή του Δόγη Φόσκαρι «μασκερέρι» και είχαν ήδη συστήσει δικό τους καταστατικό από τον Απρίλιο του 1436. Βοηθοί τους ήταν οι «ταργκέρι», επιγραφογράφοι-χαράκτες, που χάραζαν πάνω στο γύψο λεπτομερείς εκφράσεις -μερικές φορές αστείες ή γελοίες.

 

Γιατί τις φορούσαν;

Από μια άποψη η μυστικότητα που πρόσφερε η μάσκα ήταν αναγκαία, προκειμένου να γίνουν συμφωνίες ή να δει κανείς ανθρώπους, που ίσως να μην ήθελε οι άλλοι γνωρίζουν ότι συνάντησε, σε μια μικρή πόλη όπου σχεδόν όλοι ήταν γνωστοί.

Εξάλλου, οι μάσκες εξυπηρετούσαν επίσης ένα σημαντικό κοινωνικό σκοπό, επιτρέποντας σε όλους τους πολίτες να παραβλέψουν ή να ξεπεράσουν την κοινωνική τους θέση. Φορώντας μάσκα ένας υπηρέτης μπορούσε να περάσει για ευγενής και το αντίθετο. Ανακριτές και κατάσκοποι μπορούσαν να αναμιχθούν με το πλήθος χωρίς η πραγματική ταυτότητα τους να γίνεται αντιληπτή. Ταυτόχρονα διασφαλιζόταν ένα επίπεδο ηθικής, αφού οι άνθρωποι πίσω από την μάσκα, μπορούσαν να αναγνωριστούν από τη φωνή.

BAUTA WHITE WITH HAT

Από τα 1100 και έπειτα όμως η Καθολική Εκκλησία έγινε αυστηρότερη, απαγορεύοντας κατά περιόδους στους κατοίκους να χρησιμοποιούν στις δημόσιες εμφανίσεις τους μάσκες, κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του έτους, ιδιαίτερα στις μέρες που η εκκλησία θεωρούσε ιερές. Η χρήση της μάσκας περιορίστηκε σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, και οι ποινές που επέβαλε η Γαληνότατη στους παραβάτες ήταν αυστηρότατες – δημόσια διαπόμπευση για τις γυναίκες, κράτηση, 18μηνη υποχρεωτική δουλειά κωπηλασίας στις γαλέρες, χρηματικές ποινές. Παρ’ όλα αυτά την τελευταία χρονιά της Δημοκρατίας, η μάσκα ήταν ακόμη αποδεκτή για τρείς μήνες μετά τα Χριστούγεννα από του Αγίου Στεφάνου και μέχρι την επομένη της Καθαρής Δευτέρας. Η περίοδος αυτή, που προηγείτο της εορτής του Πάσχα, συνδυάστηκε μετέπειτα με το Καρναβάλι, που σηματοδοτούσε και την αρχή της θρησκευτικής περισυλλογής και της αποχής από το κρέας.

Μάσκες με ιστορία

Στις πιο γνωστές τυπικές βενετσιάνικες μάσκες ανήκουν οι :

Ντάμα ή Ρεγκίνα, γυναικεία, μοιάζει με τις εξαιρετικά στολισμένες βενετσιάνες του 16ου αιώνα, η πιο δημοφιλής και όμορφη.

Γκάτο, παραδοσιακή μάσκα καρναβαλιού, σε ανάμνηση του θρύλου που ήθελε έναν πάμφτωχο κινέζο να γίνεται ζάμπλουτος, όταν ήρθε στη Βενετία μόνο με μια γέρικη γάτα που απάλλαξε το παλάτι από τα ποντίκια. Όταν γύρισε πίσω, ο γείτονας του, πράσινος από τη ζήλια έσπευσε κι εκείνος στη Βενετία φέρνοντας ακριβά μεταξωτά στο Δόγη, για να φύγει με ανταμοιβή…την πολύτιμη γάτα!

Τζέστερ, ή Τζόλι στη γυναικεία εκδοχή, μεσαιωνική χαρακτηριστική φιγούρα, ο Τρελός, ο Τζόκερ, ο Μπουφόν, που τον είχε «αγγίξει» ο θεός.


 

(εικόνα)

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ


ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ


(image)

ΓΑΡΟ-άρτυμα


Ο ΓΑΡΟΣ

Fish_plate_Louvre_K590_new

Ένα περίφημο σκεύασμα , σπάνιο άρτυμα και ακριβός μεζές, ήταν ο περίφημος γάρος ή γαρίτσι κατά την Βυζαντινή εποχή. « Ο γάρος ή το γάρον ή λικουάμεν ή αβδώμιον, αποτελούσε την κατ’  εξοχήν σάλτσα ή περίχυμα των Βυζαντινών. Ήταν γνωστό απο την ύστερη αρχαιότητα, χρησιμοποιείται ακόμη ευρύτερα κατά τους Βυζαντινούς χρόνους. Πρόκειται για παρασκεύασμα με βάση τα εντόσθια των ψαριών ή και ολόκληρα μικρά ψάρια (αθερίνες, λεπτές τρίγλιες) ή και μεγάλα (σκουμπριά, σαβρίδια).

Αφού τα τοποθετούσαν σε σκεύος με άφθονο αλάτι, και κατα περίπτωση και ρίγανη, τα σκέπαζαν και τα άφηναν στον ήλιο για δυό, τρείς μήνες, ανακατεύποντάς τα συχνά. Το παχύρευστο υγρό που πέρνανε μετά απο το σούρωμα ήταν ο γάρος που αραιωνόταν με νερό (υδρόγαρος) κρασί (οινόγαρος) ξύδι (οξύγαρος) και λάδι (ελαιόγαρος ή γαρέλαιον). Στα βυζαντινά χρόνια υπήρχε το γαράριον ή γαρερόν, δοχείο που περιείχε τον γάρο με τον οποίο περίχυναν τα διάφορα φαγητά 

» ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1998″

Ο γάρος που παρασκεύαζαν οι Κουταλιανοί, και τον προσέφεραν, καθόλου άδικα, σαν σπάνιο και ακριβό δώρο, φτιαχνόταν σχεδόν αποκλειστικά από το συκώτι και τα εντόσθια κολιών και σκουμπριών. Η ωρίμανση γινόταν μέσα σε αλάτι για μήνες στον ήλιο, και στο τέλος η διατήρησή του αποκλειστικά σε εκλεκτό ελαιόλαδο.

Για τον γάρο έχει καταγραφεί η φράση: 

 « Ο γάρος, είναι του ψωμιού ο χάρος», 

γιατί στην κατανάλωσή του «σήκωνε» ψωμί

 (ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ Ελληνική έκδοση 1963)

Στην Νέα Κούταλη μέχρι και την δεκαετία του 60 αρκετά σπίτια εξακολουθούσαν να φτιάχνουν γάρο για δική τους χρήση και για να τον προσφέρουν σαν δώρο – να «φιλέψουν» κάποιους καλοφαγάδες. Και αυτό όμως, όπως τόσα άλλα, έχει εγκαταλειφθεί σήμερα.

Από τον αρχαίο γάρο στην fish sauce

Μανώλης Noble

39

Η ιστορία της «κέτσαπ των αρχαίων Ελλήνων» που σήμερα χρησιμοποιείται μόνο στην μαγειρική της Άπω Ανατολής.

Η λέξη «γάρος» στη σημερινή εποχή σημαίνει κυρίως την άρμη/άλμη ή όπως αλλιώς ονομάζεται κατά περιοχή το έντονα αλατισμένο νερό μέσα στο οποίο διατηρούνται οι ελιές, τα τουρσιά ή η φέτα. Φυσικά το γάρος της σύγχρονης εποχής σε τίποτα δεν θυμίζει τον περιβόητο «γάρο» της αρχαιότητας, παρόλο που η βάση τους είναι στην ουσία η ίδια: το αλατόνερο. Κι αν το σημερινό γάρος χρησιμοποιείται σαν μέσο διατήρησης κάποιων τροφίμων –ή «ωρίμανσής» τους- και δίνει την πιπεράτη γεύση στο πιο δημοφιλές από τα ελληνικά τυριά, το γάρον της αρχαιότητας βασιζόταν σε μια ιδιόμορφη ζύμωση ψαριών, ολόκληρων κυρίως, που γινόταν με την προσθήκη αλατιού. Κάτι περίπου σαν την αλκοολική ζύμωση που μετατρέπει το μούστο σε κρασί, ή τη βακτηριδιακή ζύμωση του γάλακτος που το κάνει γιαούρτι, ξυνόγαλο ή τυρί.

Η αναλογία ψαριών και αλατιού, όπως αναφέρει ο Πλίνιος, ήταν 3:1, ενώ στη συνέχεια ήταν απαραίτητη η έκθεσή τους σε ηλιακό φως για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να είναι πετυχημένη η ζύμωση. Το διάστημα αυτό μπορούσε να φτάσει και τους τρεις μήνες. Προφανώς η διαδικασία περιελάμβανε και την προσθήκη μυρωδικών, βοτάνων και μπαχαρικών και ολοκληρωνόταν με το στράγγισμα όλων των υλικών. Έπαιρναν έτσι ένα αραιό υγρό, το οποίο για να διατηρηθεί σφραγιζόταν σε δοχείο. Το γάρος που προέκυπτε ήταν απαραίτητο συστατικό κυριολεκτικά σε όλα τα πιάτα της καθημερινής διατροφής των αρχαίων, κι όπως αποδεικνύουν οι περίπου 400 συνταγές του Ρωμαίου μάγειρα Απίκιου, ο μοναδικός τρόπος για να νοστιμίσουν τα φαγητά ή τις σάλτσες. Το αλάτι, παρόλο που αναφέρεται ανάμεσα στα υλικά της κουζίνας, θα πρέπει να χρησίμευε περισσότερο για τη διατήρηση των τροφίμων και το πάστωμα, παρά στο μαγείρεμα του φαγητού. Το απαραίτητο αλάτι στην καθημερινή τους διατροφή το προμηθεύονταν κυρίως από τα παστά και τον γάρο, κι αυτό φαίνεται από τις συνταγές του Απίκιου που στο σύνολό τους απαιτούν προσθήκη γάρου (liquamen). Μόνο τρεις αναφέρουν την προσθήκη αλατιού. Είναι φανερό ότι ο γάρος ήταν πολύ περισσότερο από ένα απλό καρύκευμα στην κουζίνα των αρχαίων και η απουσία του ήταν μάλλον αδιανόητη.

Ο συχωρεμένος Andrew Dalby –κλασικιστής και γλωσσολόγος, ιστορικός του φαγητού- ισχυριζόταν ότι για την αναδημιουργία μιας αρχαίας ελληνικής, ρωμαϊκής ή βυζαντινής συνταγής ο γάρος είναι βασικό συστατικό που δύσκολα αντικαθίσταται και η αναπλήρωσή του από εύκολα υποκατάστατα όπως η σάλτσα αντσούγιας είναι «καταστροφή» της όλης προσπάθειας.

Και μόνο η ύπαρξη του γάρου καθιστά τις γεύσεις των αρχαίων Ελλήνων, Ρωμαίων και Βυζαντινών εντελώς διαφορετικές απ’ τις δικές μας, σίγουρα πιο έντονες, αφού περιελάμβαναν σαν βασικό συστατικό τη «σάλτσα σάπιου ψαριού» όπως την αναφέρει ο Πλάτων ο Κωμικός (Plato Comicus 215). Πρέπει να σημειωθεί ότι την συγκεκριμένη εποχή δεν υπήρχαν και πολλοί τρόποι για να νοστιμίζουν τα φαγητά –μιλάμε για μια περίοδο από τον 8ο αιώνα π.Χ. ως περίπου τον 16ο αιώνα μ.Χ.- πριν έρθει η ντομάτα στη Μεσογειακή κουζίνα και αλλάξει τη μορφή της (έφτασε στην Ευρώπη περίπου τον 16ο μ.Χ. αιώνα, τότε που σταματάει η χρήση του γάρου). Ακόμα και τα λεμόνια άρχισαν να φτάνουν μετά τον 1ο μ.Χ. αιώνα και χρειάστηκε αρκετός καιρός για να περάσουν στη διατροφή του απλού λαού.

Η Αγλαΐα Κρεμέζη ονομάζει το γάρο «η κέτσαπ των αρχαίων» και αναφέρει σχετικά στο βιβλίο της «Συνταγές και ιστορίες για μάγειρες με ανησυχίες»: «Ο κοινός πολίτης της αρχαιότητας τρεφόταν με χηλό από δημητριακά ή όσπρια, πίτα άζυμου ψωμιού και λαχανικά. Για να δώσουν γεύση στη μονότονη αυτή δίαιτα πρόσθεταν στα φαγητά μια σάλτσα την οποία ονόμαζαν «γάρο» και την χρησιμοποιούσαν κάπως, όπως χρησιμοποιούν σήμερα οι Αμερικάνοι το κέτσαπ. Ο «γάρος» φτιαχνόταν από μικρά ψάρια ή από κολιούς και εντόσθια ψαριών, τα οποία ανακάτευαν με μπόλικο αλάτι, κρασί, ξίδι και μαϊντανό και τα άφηναν στον ήλιο 2-3 μήνες για να ζυμωθούν και να γίνουν μια παχύρρευστη μάζα. Αυτό το καθόλου εύοσμο κατασκεύασμα το πρόσθεταν παντού, όχι μόνο στην αρχαιότητα αλλά και μετέπειτα, στους βυζαντινούς χρόνους. Ο Ρωμαίος μάγειρας και καλοφαγάς Απίκιος, μάλιστα, που είχε μανία με τα πολύ εκλεκτά φαγώσιμα, το έφτιαχνε αποκλειστικά με συκώτια από μπαρμπούνια, και βέβαια κόστιζε μια περιουσία. Πολλοί πιστεύουν ότι η γεύση της σάλτσας αυτής θα πρέπει να έμοιαζε με την oyster sauce, που χρησιμοποιείται σήμερα στην κινέζικη και τις άλλες κουζίνες της Άπω Ανατολής. Άλλοι πάλι λένε πως αν λιώσουμε στο μπλέντερ παστή σαρδέλα και την ανακατέψουμε με ξύδι, μυρωδικά και λίγο λάδι, θα έχουμε μια πολύ καλή απομίμηση του γάρου. Σίγουρα όμως χωρίς την πολύ δυνατή και μάλλον αποκρουστική του οσμή. Πάντως, οι τόσο νόστιμες σαρδελόσαλτσες για μακαρόνια και λαχανικά που συναντάμε στη Νότια Ιταλία, σίγουρα έχουν τις ρίζες τους στο γάρο».

 

Περισσότερα για το γάρο, κυρίως για την περίοδο του Βυζαντίου, αναφέρει ο Φαίδων Κουκουλές στον Ε΄ τόμο στη μελέτη του «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός»: «Εν έδει σάλτσας, δι ιχθύς και λαχανικά, εκ των εντοσθίων των σκόμβρων ή θύνυων, κυρίως όμως του ιχθύος καλουμένου γάρου κατασκευαζομένης, ήτο ο γάρος, ή το γάρον, την κατασκευή του οποίου εκ των εντοσθίων, των βραγχίων και του αίματος του ιχθύος, προς δε και άλατος, περιγράφουσι τα Γεωπονικά. Ο γάρος αυτός, όστις πολλάκις αναμιγνύετο με ύδωρ, οίνον, όξος και έλαιον, οπότε ελέγετο υδρόγαρος, οινόγαρος, οξύγαρος ή γαρέλαιον ή ελαιόγαρον, ούτω και νυν καλείται και κατασκευάζεται. Εις τας Βυζαντινάς δε τράπεζας υπήρχε και ιδιαίτερον δοχείον προς εναπόθεσιν του γάρου, γαράριον καλούμενον ή γαρερόν. Εκαλείτο δ’ ο γάρος κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους λικουάμεν και αβδώμιον, εκ του Λατινικού abdomen, η δε χρήσις αυτού, μάλιστα μετά πεπέρεως, εθεωρείτο ιδία των γαστριμάργων, δι’ ό οι πατέρες της εκκλησίας συνιστώσι την αποφυγήν αυτού, εις το νόστιμον δ’ αυτού αποβλέποντες οι Βυζαντινοί, και ως φιλικόν απέστελλον δώρον. Κατά τα Γεωπονικά (20, 46) το καλύτερον είδος γάρου εκαλείτο αιμάτιον».

Στο βιβλίο του «Siren Feasts» ο Andrew Dalby αναφέρει ότι οι Έλληνες των ακτών της Μαύρης Θάλασσας ίσως ήταν οι πρώτοι παρασκευαστές της σάλτσας ψαριού, η οποία αργά αλλά σταθερά έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην ελληνική και ρωμαϊκή μαγειρική. Πρέπει να ανατρέξουμε στον Πλίνιο –έναν λόγιο και φυσιοδίφη που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα– και στα Γεωπονικά του Βυζαντίου για περισσότερες πληροφορίες, ειδικά για την παρασκευή του:

 

«Οι κάτοικοι της Βιθυνίας το φτιάχνουν ως εξής: Παίρνουν κατά προτίμηση μικρές ή μεγάλες μαρίδες ή αν δεν υπάρχουν γαύρο και σαβρίδια ή κολιούς [σκουμπριά] ή ακόμα και υπολείμματα ψαριών ή μίγμα όλων αυτών και τα βάζουν σε ένα δοχείο κατάλληλο για ζύμωμα. Έπειτα ζυμώνουν έξι ιταλικές πίντες αλάτι [1 pint=586 γραμ.] για κάθε peck [=9 λίτρα] ψαριών, έτσι που τα ψάρια να ανακατευτούν καλά με το αλάτι, τα αφήνουν μια νύχτα και μετά τα βάζουν σε πήλινο δοχείο. Στη συνέχεια τα αφήνουν για 2-3 μήνες στον ήλιο, ανακατεύοντας περιστασιακά με ξύλο. Στο τέλος, παίρνουν το υγρό, καλύπτουν και αποθηκεύουν».

Ακόμα περισσότερες λεπτομέρειες δίνει ο Απίκιος βασιζόμενος στα Γεωπονικά (20, 46) για τον τρόπο που παίρνουν το υγρό: «Όταν τα ψαράκια ξεραθούν –εννοείται ότι έχουν αποβάλλει το ζωμό τους- παίρνουμε ένα καλοπλεγμένο καλαθάκι και πιέζοντάς το μέσα στο σκεύος, αναγκάζουμε το ζωμό να ανέβει ψηλά, οπότε μπορούμε να τον πάρουμε με ένα ποτήρι ή μεγαλύτερο σκεύος και να τον μεταφέρουμε για διατήρηση. Ο ζωμός αυτός ονομάζεται liquamen, ενώ ό,τι στέρεο έχει απομείνει κάτω απ’ το καλάθι λέγεται allec».

γαι άλλη μια συνταγή για ακόμα πιο γρήγορη παρασκευή liquamen: «Παίρνουμε θαλασσόνερο ή σαλαμούρα (νερό και αλάτι) και τα δοκιμάζουμε ρίχνοντας μέσα ένα αβγό. Εάν βυθιστεί, σημαίνει πως η σαλαμούρα δεν είναι αρκετά αλμυρή, οπότε πρέπει να προσθέσουμε κι άλλο αλάτι, ώσπου να επιπλέει το αβγό. Στη συνέχεια μεταφέρουμε τη σαλαμούρα σε άλλο πήλινο σκεύος κι εκεί μέσα ρίχνουμε τα ψάρια. Προσθέτουμε ρίγανη και βάζουμε το σκεύος στη φωτιά. Όταν το περιεχόμενο αρχίσει να βράζει και να εξατμίζεται, το κατεβάζουμε από τη φωτιά, το αφήνουμε να κρυώσει και μετά στραγγίζουμε το ζωμό δύο και τρεις φορές. Έτσι έχουμε έτοιμο το liquamen».

 


Οι αναφορές στο γάρο σε ελληνικές πηγές αρχίζουν στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα, απ’ τον Κρατίνο, τον Αισχύλο και το Σοφοκλή, όχι όμως πολύ περιγραφικά ή με λεπτομέρειες. Ο Γαληνός αναφέρει το γάρο σαν καρύκευμα για λούπινα. «Ξέρω ένα νεαρό συνάδελφο, έναν σπουδαστή της Ιατρικής στην Αλεξάνδρεια, που δεν έτρωγε τίποτα άλλο για τέσσερα χρόνια παρά fenugreek (τσεσμένι, τήλις η βουκέρας), φασόλια, ώχρο (αγριαφκός) και λούπινα. Μερικές φορές κατάφερε να βρει λάδι απ’ τη Μέμφιδα και χόρτα και λίγα φρούτα, τέτοια είδη που τρώγονται ωμά, δεν είχε πρόσβαση ούτε καν σε φωτιά για μαγείρεμα. Ήταν υγιής όλα αυτά τα χρόνια και η φυσική του κατάσταση δεν ήταν χειρότερη στο τέλος απ’ την αρχή. Τα έτρωγε με γάρο φυσικά, μερικές φορές πρόσθετε και λάδι στο γάρο, μερικές φορές κρασί ή ξίδι, αλλά κάποιες φορές μόνο λίγο αλάτι (στα λούπινα για παράδειγμα)…».

Αναφορά στο γάρο έχουμε κι αργότερα στην εποχή του Βυζαντίου απ’ τον Liutprant και το Γάλλο Pierre Belon. Υπάρχουν επίσης κάποιοι στίχοι του Μαρτιάλη, γραμμένοι για να συνοδέψουν ένα μικρό βάζο με γάρο προορισμένο για δώρο: «Εδώ είναι ο μεγαλοπρεπής γάρος, ένα ακριβό δώρο, φτιαγμένο απ’ το πρώτο αίμα ενός κολιού που ακόμα σπαρταρούσε».

fishsauceliquamen (4)

Πώς όμως επινοήθηκε αυτή η δύσοσμη σάλτσα ψαριού; Μάλλον κατά τύχη, όπως και το κρασί ή τα προϊόντα του γάλακτος που κάποιος τολμηρός τα δοκίμασε και του άρεσαν, έτσι όπως είχαν «αλλοιωθεί» απ’ τη ζύμωση. Επειδή τα ψάρια χάλαγαν πολύ γρήγορα και ήταν δύσκολο να τα μεταφέρουν σε μεγάλες αποστάσεις, αντίθετα τα ζώα που τα μετέφεραν ζωντανά, κι επειδή ο πάγος δεν υπήρχε διαθέσιμος, τα αλιεύματα που προορίζονταν για μακρινές αγορές παστώνονταν, καπνίζονταν ή ξεραίνονταν στον ήλιο. Ο Δίφιλος και ο Αθήναιος αναφέρουν γαρίδες και άλλα αρθρόποδα διατηρημένα σε ξίδι και άρμη, κάπως έτσι θα ξεκίνησε και η σάλτσα ψαριού. Ίσως τυχαία, απ’ τα υπολείμματα στα δοχεία που κάποιος αποφάσισε να δοκιμάσει. Πάντως, για όσους ζούσαν απ’ την αλιεία, τέτοια προϊόντα όπως ο γάρος ήταν ένας κερδοφόρος τρόπος να χρησιμοποιήσουν τα πολύ μικρά ψαράκια και τα αχρησιμοποίητα μέρη από μεγάλα ψάρια, που έτσι κι αλλιώς θα έμεναν απούλητα. Ένας τρόπος για να μην πήγαινε τίποτα χαμένο –από σεβασμό στη φύση ή για ακόμα μεγαλύτερο κέρδος.

http://en.wikipedia.org/wiki/Apicius

Η μυρωδιά που ανέδυε η διαδικασία παραγωγής του γάρου ήταν τόσο αποκρουστική, που η παρασκευή του σε αστικές περιοχές ήταν μερικές φορές παράνομη. Ο A. Dalby αναφέρει ότι η παρασκευή της συγκεκριμένης σάλτσας ήταν στην ουσία η μόνη «βιομηχανική δραστηριότητα» σε μεγάλη κλίμακα στον αρχαίο κόσμο. Αρχαιολογικά ευρήματα στη νότια Ισπανία και γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα πιστοποιούν την ύπαρξη τέτοιων «βιομηχανικών κέντρων παρασκευής γάρου» απ’ τον 8ο ή 7ο π.Χ. αιώνα. Οι θέσεις αυτών των «εργοστασίων» είναι χαρακτηριστικά δίπλα σε μια παραλία ή ένα λιμάνι. Όχι μόνο για να γλιτώνουν την ταλαιπωρία της μεταφοράς των ψαριών στο εργαστήριο, αλλά για γλιτώνουν χρόνο, να μην προλάβαινε δηλαδή το ψάρι να αποσυντεθεί. Μόλις πιάνονταν τα ψάρια άρχιζε αμέσως η διαδικασία επεξεργασίας τους, άρα η εικόνα του γάρου ως μια σάπια ουσία –σε αποσύνθεση- είναι κατά πάσα πιθανότητα παραπλανητική. Ο A. Dalby ισχυρίζεται ότι «αυτό που πραγματικά συνέβαινε δεν ήταν μια βακτηριδιακή δράση (η οποία θα ήταν αδύνατη λόγω της μεγάλης ποσότητας αλατιού), αλλά μια ενζυμική πρωτόλυση, μία διαδικασία κατά την οποία τα ένζυμα στα βράγχια του ψαριού αντιδρούσαν με το αλάτι για να παράγουν μια πικάντικη –πιπεράτη- γεύση. Να γιατί δεν αρκούσαν μόνο κομμάτια ψαριών ή υπολείμματα, αλλά χρειάζονταν και ολόκληρα ψάρια.

Όταν ένα ψάρι καθαριζόταν πριν αλατιστεί, τα πιο ενεργητικά ένζυμα απομακρύνονταν και το αποτέλεσμα ήταν μια πιο καθαρή άρμη. Αυτή ήταν γνωστή σαν μουρία».

Είναι ευνόητο ότι «το γάρον» που προέκυπτε ήταν ποικίλο και διαφόρων ποιοτήτων, ανάλογα με την ποιότητα και το μέρος του ψαριού και την ποσότητα του αλατιού ή το είδος των καρυκευμάτων που χρησιμοποιούνταν. Τα στερεά κατάλοιπα που έμεναν όταν ο γάρος στραγγιζόταν ονομαζόταν allec (άλλιξ) και δεν θα διέφεραν και πολύ από τα blackem ή transi της σύγχρονης Νοτιοανατολικής Ασίας. Είχε κι αυτό τη δική του αξία σαν καρύκευμα ή για τις ιδιότητές του ως φάρμακο. Το allec «απλωνόταν στα εγκαύματα, αλλά ήταν αποτελεσματικό μόνο εάν ο ασθενής δεν καταλάβαινε με τι τον είχαν αλείψει (!)». Έχουν βρεθεί επιγραφές πάνω σε αμφορείς που αναφέρουν «καλά στραγγισμένο liquamen».

O Dalby είναι κατηγορηματικός στο ότι η σημερινή σάλτσα αντσούγιας των Ιταλών δεν έχει καμία σχέση με το αρχαίο γάρος, τουλάχιστον στη γεύση, επειδή δεν έχει υποστεί ζύμωση, δεν είναι προϊόν αλλοίωσης και η χρήση της στην αναβίωση αρχαίων συνταγών καταστρέφει την όλη προσπάθεια. Οι λάτρεις του ρωμαϊκού φαγητού έχουν προσπαθήσει να φτιάξουν γάρο στη σύγχρονη Βρετανία και στη Βόρεια Αμερική. «Τα πειράματα αυτά, λέει ο Dalby, εάν δεν γίνονται κάτω από καυτό ήλιο και αρκετά μακριά από γείτονες είναι ανόητα και πιθανόν επικίνδυνα, ευτυχώς που πια δεν υπάρχει λόγος να γίνονται. Σήμερα το φαγητό μπορεί να νοστιμίσει και με ένα σωρό άλλους τρόπους».

(PADEK)

Στην εποχή μας η σάλτσα ψαριού χρησιμοποιείται μόνο στην κουζίνα της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπου η σάλτσα που παράγεται με τη διαδικασία της ζύμωσης είναι όμοια με αυτή που περιγράφεται στις αρχαίες πηγές. Δεν αποκλείεται να είναι απευθείας «απόγονός» της. Πιο κοντά στο γάρο πρέπει να είναι το σπιτικό padek του Λάος και της Βόρειας Ταϊλάνδης που έχει ακόμα μέσα του υπολείμματα απ’ τα ψάρια της ζύμωσης, όπως είχε και ο γάρος, αφού σε αμφορείς που βρέθηκαν σε ανασκαφές και περιείχαν τη σάλτσα υπήρχαν ακόμα και κόκαλα και κομματάκια ψαριών. Το nuoc mam των Βιετναμέζων και το nam pla των Ταϊλανδέζων είναι δύο πολύ καλά υποκατάστατα επίσης, κυρίως το nam pla που ταιριάζει στο χρώμα με την περιγραφή του Πλίνιου στη Φυσική Ιστορία: «ο γάρος έχει το χρώμα του παλιού mulsum (οινόμελι)».

(IMAGE)

Στη μορφή τουλάχιστον θα πρέπει να το θυμίζουν και οι Worcestershire sauce, soya sauce και φυσικά η oyster sauce που υπάρχουν στα σουπερ μάρκετ ή οι tuoc mam και nam pla που βρίσκεις στα ανατολίτικα εστιατόρια ή στα μαγαζιά με είδης της Άπω Ανατολής.

[Οι φωτογραφίες είναι από τη διαδικασία παραγωγής των σύγχρονων απωανατολίτικων fish sauce].

http://www.mixanitouxronou.gr/sidera-masai-o-koutalianos-i-istoria-tou-pantodinamou-masista/

http://koutaliana.blogspot.gr/

http://www.archaiologia.gr/blog/blogs/%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%84%CE%B1%CF%8A%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4/

http://www.ough.gr/index.php?mod=articles&op=view&id=361***

https://historyofgreekfood.wordpress.com/tag/%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82/

Cuisine[edit]

Mosaic depicting a «Flower of Garum» jug with a titulus reading «from the workshop of [the garum importer Aulus Umbricius] Scaurus»[12]

Like the modern fermented soy product soy sauce, fermented garum is rich in the natural amino acid monosodium glutamate, a source of umami flavoring.[13] It was used along with murri to give an umami flavor to dishes.[14]

Garum was produced in various grades consumed by all social classes. After the liquid garum was ladled off of the top of the mixture, the remains of the fish, called allec or alec, was used by the poorest classes to flavour their staple porridge or polenta. The finished product—the nobile garum of Martial’s epigram[15]—was apparently mild and subtle in flavor. The best garum fetched extraordinarily high prices,[16] and salt could be substituted for a simpler dish. Garum appears in most of the recipes featured in the Roman cookbook Apicius.

http://en.wikipedia.org/wiki/Apicius

In the 1st century AD, liquamen was a sauce distinct from garum, as indicated throughout the Corpus Inscriptionum Latinarum IV. By the 5th century or earlier, however, liquamen had come to refer to garum.[5] The available evidence suggests that the sauce was typically made by crushing the innards of (fatty) pelagic fishes, particularly anchovies, but also sprats, sardines, mackerel or tuna, and then fermenting them in brine.[17][18][19][20] In most surviving tituli picti inscribed on amphorae, where the fish ingredient is shown, the fish is mackerel.[5]

When mixed with wine (oenogarum, a popular Byzantine sauce), vinegar, black pepper, or oil, garum enhances the flavor of a wide variety of dishes, including boiled veal and steamed mussels, even pear-and-honey soufflé. Diluted with water (hydrogarum) it was distributed to Roman legions. Pliny remarked that it could be diluted to the colour of honey wine and drunk.[21]

http://en.wikipedia.org/wiki/Garum (ΑΠΙΚΙΟΣ)

Οι Καλικάντζαροι και το Δέντρο της Ζωής

Επιτέλους: φεύγουν σήμερα* οι Καλικάντζαροι (όχι όλοι∙ καμιά 250αριά θα παραμείνουν επάνω∙ υπομονή μέχρι να τσακιστούν να φύγουν κι αυτοί). Στο περίπου∙ δεν τους μετρήσαμε ακριβώς: είναι 250, 280, 200, μπορεί και 300, θα σας γελάσω. Πάντως κάπου εκεί είναι το νούμερο: 2-3 εκατοντάδες, για να είμαστε μέσα. Υπομονή μέχρι να τσακιστούν να φύγουν όλοι.

Οι εσ-. Γιατί οι εξ- είναι ακόμα περισσότεροι. Ένας τους, πάντως, τσακίστηκε πριν καμιά 10αριά μέρες.

Άκρως σουρρεαλιστικό σε αρκετά σημεία, γεμάτο φαντασία & εικόνες, οπτικές & νοητικές>

*(σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις φεύγουν σήμερα, με τον «αγιασμό των υδάτων», ή την παραμονή των Φώτων ή, σύμφωνα με άλλες, φεύγουν αύριο, που είναι του «Αη-Γιαννιού»)

kalikantzaroi 1

Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις οι καλικάντζαροι είναι διάφορα δαιμονικά όντα. Τα όντα αυτά παρουσιάζονται στη γη την Παραμονή των Χριστουγέννων και βασανίζουν τους ανθρώπους όλο το Δωδεκαήμερο μέχρι τα Θεοφάνεια, που αγιάζονται τα νερά. Θεωρούνται δύσμορφοι και λιπόσαρκοι, καθένας με κόκκινα μάτια, αχτένιστα μαλλιά, δόντια άγριου θηρίου, τραγοπόδαρα ή με τέσσερα πόδια σαν πίθηκοι. Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά.
 
.
Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (από 25-12 μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου).
Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίσουν τον κόσμο.
.
Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούρηδες, ψηλοί και ξερακιανοί.
Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα.
Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα.
Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά.
.
Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.
Γι’ αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα:
στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως:
καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.
.
Καθ” όλη τη διάρκεια του έτους είναι κρυμμένοι κάτω από τη γη και πελεκούν το δέντρο που τους στηρίζει.
Όταν φτάσουν στο κρίσιμο σημείο για να μην πλακωθούν από τη γη βγαίνουν στην επιφάνεια και όταν νυχτώσει για να βλάψουν όσους αντικρίζουν.
.
Στη Βενετία την παραμονή των Χριστουγέννων γεννιόντουσαν οι μάγισσες και οι στρίγγλες.
 
.
Στη Γαλλία οι Loup-garous τριγυρνούσαν στους δρόμους τη νύχτα των Χριστουγέννων και έτρωγαν τα σκυλιά.
.
Την ίδια νύχτα στις σκανδιναβικές δοξασίες έβγαιναν στους δρόμους τα ΤΡΟΛ και άλλα σατανικά πλάσματα και οι άνθρωποι τα εξευμένιζαν με θυσίες.
.
Στην Ισλανδία πίστευαν ότι κάθε Χριστούγεννα 9 julesveinar κατέβαιναν από τα βουνά για να αρπάξουν παιδιά και να τα οδηγήσουν στις σπηλιές των ξωτικών.
.
Στη Γερμανία, το δωδεκαήμερο ανέβαινε στη γη ο Άγριος Κυνηγός, η Λυσσασμένη Στρατιά, οι μάγισσες και οι τερατόμορφες γυναίκες που έκλεβαν τα μωρά από την κούνια τους, γι” αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να κλειδώνονται μέσα μετά τη δύση του ήλιου και να μην κάνουν καμιά δουλειά εκείνες τις ημέρες.
.
Σύμφωνα με διάφορες ελληνικές δοξασίες οι καλικάντζαροι ήταν άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια∙ γίνονται δε καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη∙ ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν∙
στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά / Ελληνική δοξασία (αρχαίας καταγωγής) «δαιμόνιων» που σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου). Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία τις μέρες αυτές τα «νερά είναι αβάφτιστα» και οι καλικάντζαροι βγαίνουν από τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους, τώρα που ο Χριστός είναι και εκείνος αβάφτιστος.
.
Για τη προέλευση αυτών των δαιμόνων υπάρχουν οι ακόλουθες απόψεις:
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Σατύρων και του Πάνα (Schmidi).
Από την αρχαία Ελληνική Μυθολογία περί των Κενταύρων (Mayer, Lawson).
Από τη νεώτερη φαντασία των Ελλήνων εξ αφορμής αρχαίων μύθων (Ν. Πολίτης).
Εκ των αιγυπτιακών κανθάρων (Boll, που συμφωνεί και ο Κουκουλές).
Εκ του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα (Σβορώνος/ υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι είχαν επηρεαστεί από το Δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα).
Ως δαιμόνια της εστίας του πυρός (Δεινάκης / υποστηρίζει πώς ο μύθος τους προέρχεται από πραγματικά δαιμόνια, τα οποία ήταν της εστίας του πυρός).
.
Η ιστορία τους αρχίζει, όπως έχει αναφερθεί, από τα αρχαία χρόνια.
Οι Αρχαίοι πίστευαν πώς όταν οι νεκροί έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, έβγαιναν στον επάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα! Οι άνθρωποι έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπα τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν.
.

kalikantzaroi 2

.

Οι περισσότεροι από τους ερευνητές, από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι και σήμερα, υποστήριξαν ότι οι καλικάντζαροι δεν είναι αληθινά όντα, αλλά προέρχονται από την φαντασία των ανθρώπων.

Συγκεκριμένα, ο Ν.Πολίτης , στην περισπούδαστη πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι», έχει τη γνώμη ότι η συνήθεια να μασκαρεύονται από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα «παρείχε το ενδιαφέρον εις την φαντασίαν του λαού να πλάσει τους Καλικάντζαρους. Ο τρόπος ον ενέπνεον εις τα παιδιά μεν πάντοτε, πολλάκις δε εις τους ενήλικας, προσέδιδε δαιμονιώδη φύσιν εις τους οχληρούς και ταραχώδεις εκείνους πανηγυριστάς των Καλανδών, μέχρις ότου παντελώς συνέχισε και αφομοίωσεν αυτούς προς τα παντοία δείγματα των δεισιδαιμόνων παραστάσεων».

.

Επιπλέον, ο Μιχαήλ Ψελλός, μεγάλος μάγος των Βυζαντινών χρόνων, σε μικρή μελέτη του για τους καλικάντζαρους έγραψε ότι «ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών».

Καθώς ο χρόνος περνούσε, όλα αυτά μαζί με τους φόβους των ανθρώπων έμεναν στις μνήμες και σιγά σιγά δημιουργήθηκαν αυτά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλασματάκια που ονομάσαμε καλικάτζαρους

[Οπως επισημαίνει στο «Βήμα» η Καθηγήτρια κ. Ευγενία Κούκουρα Δομνηνού, οι αντιλήψεις περί καλικάντζαρων και η μεταμφίεση σε ένα είδος φαντασμάτων (χάλοουιν) στις 25 Δεκεμβρίου, όπως συμβαίνει σε πολλές περιοχές της Δύσης,χάνονται στα βάθη των χιλιετιών.

Υπάρχουν, προσθέτει, συγκεκριμένες αναφορές στον Πλούταρχο και στον Κικέρωνα, με τις οποίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι ψυχές που αποχωρίστηκαν από το σώμα είτε παρίσταναν τους καλούς δαίμονες και ήταν φύλακες των ανθρώπων (lares), είτε τους κακούς και ονομαζόταν Iarvei (δηλαδή έμπουσες ή μορμολύκεια) και κατοικούσαν σύμφωνα με ορισμένες πηγές μεταξύ Σελήνης και Γης και σύμφωνα με άλλες στον Άδη.

Οι αρχαίοι πίστευαν ότι αυτοί οι δαίμονες επισκέπτονταν τρεις φορές τον χρόνο τη Γη:

-στις 24 Αυγούστου,

-στις 5 Οκτωβρίου και

-στις 8 Νοεμβρίου

και τότε ο κόσμος ήταν ανοιχτός (muntus patet).

Εκείνες τις περιόδους διοργανώνονταν ειδικές τελετές και εορτές για τις ψυχές.

Κατά τον Κικέρωνα, ο στρατηγός Δέκιμος Βρούτος, ο οποίος ήταν ο πρώτος που επιτέθηκε στον Άδη, διάβηκε τον ποταμό της λήθης και επέστρεψε ζωντανός, γιόρταζε την εορτή των ψυχών την τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα του χρόνου. Τότε οι άνθρωποι έστρωναν τραπέζια για να ταΐσουν τα καλά πνεύματα και από κει προέρχεται τοχάλοουιν (halloween), η γιορτή δηλαδή των χωρών της Δυτικής Ευρώπης στην οποία τα μικρά παιδιά μεταμφιέζονται και επισκέπτονται τα σπίτια της γειτονιάς, όπου τους δίνονται γλυκά και δώρα.

Τα κακά πνεύματα, δηλαδή τους καλικάντζαρους, τους έδιωχναν από το σπίτι με το λιβάνι, που αποτελούσε αλεξιτήριο και χρησιμοποιόταν στους ναούς για τη λατρεία των Θεών. 

.

Από που προέρχεται η ονομασία τους;

Υπάρχουν πολλές απόψεις για την ετυμολογία της λέξης καλικάντζαρος:

• Ως παράγωγο από την Τουρκική γλώσσα, σύμφωνα με τη γνώμη του Schmidt και του Wachsmuth.

• Εκ του «καλός + κάνθαρος» [Καλικάνθαρος] εξέφρασε ο Κοραής (Άπαντα Δ΄), που

συμφωνούν αργότερα ο Boll, ο Κουκουλές ( Έλληνας Βυζαντινολόγος ) και ο Μπούντουρας.

• Εκ του «λύκος + κάνθαρος» παρήγαγε επίσης και ο Πολίτης (Πανδώρα).

• Εκ του «λύκος + άντζαρος» [= ανήρ] παρήγαγε ο Λουκάς (Φιλολογικές επισκέψεις).

• Επίσης εκ του «καλίκιν + τσαγγίον» ή «καλός + τσαγγίον» και της μεγεθυντικής κατάληξης

–άρος (= ο φέρων καλά τσαγγία, υποδήματα, αντί καλίκια) ή ο φέρων καλίκια αντί τσαγγίων όπως παρήγαγε πάλι οΠολίτης.

• Ο Ν. Πολίτης μας πληροφορεί ακόμα, πως οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι Καλικάντζαροι είναι βρικόλακες Ατσιγγάνων. Έτσι εξηγείται και η ονομασία τους. Το πρώτο συνθετικό «Κάλι» είναι ονομασία Ατσιγγάνων. Το δεύτερο συνθετικό είναι ονομασία των Ατσιγγάνων της Αιγύπτου, που ήρθαν στην Ελλάδα τον 14ο αιώνα. Ονομάζονταν«Γαντζάροι». Οι Καλι-Γαντζάροι έγιναν Καλι-Καντζάροι με αφομοίωση, που άλλαξε το Καλίγι σε Καλίκι.

• Εκ του λατινικού «καλιγάτος» “Caligatus” / Οικονόμου.

• Η ετυμολογία του Παντελίδη ( 1955 ) / υποστήριξε εκ του «καλίκιν + άντζα».

• Εκ των ξένων ο Lawson / εκ του «καλός + κένταυρος», ενώ

• ο Δεινάκης υποστηρίζει ότι η ετυμολογία του ονόματος είναι παράγωγο του «καρκάντζι» (καρκάντζαρος) που σημαίνει το ξηρό, κεκαυμένο, o τσουρουφλισμένος.

.

Καλικάντζαροι στην Ελλάδα

kalikantzaroi 3

Κάθε περιοχή στην Ελλάδα έχει άλλη γνώμη για τους καλικάντζαρους σχετικά με την εμφάνισή τους, με το ποιος γίνεται και με το τι κάνουν, όμως παντού υπάρχουν ορισμένα κοινά στοιχεία.
.
Έτσι, στην Αντίσσα της Λέσβου λένε, πως οι Καλικάντζαροι έρχονται την πρώτη μέρα του Δωδεκαήμερου, που είναι τα Χριστούγεννα. Όποιος πεθάνει και πάει στον άλλο κόσμο άψαλτος κι αλιβάνιστος, βρικολακιάζει και γίνεται Καλικάντζαρος. Γι’ αυτούς είναι δαίμονας με ανθρώπινη μορφή, μαύρος, με κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά, στραβός και ασχημομούρης, στραβοκάνης με πόδια σαν του τράγου, χέρια αρκουδίσια, κι όλο του το κορμί μαλλιαρό.
.
Στην Κάρπαθο, οι μανάδες δένουν τη μέση των παιδιών τους, που είναι στις κούνιες, με «βάτους» τις χριστουγεννιάτικες μέρες, για να μην τους κάνουν κακό οι «Κάγοι», οι Καλικάντζαροι, που θα φύγουν απ’ τα σπίτια, όπως πιστεύουν, σαν περάσει η γιορτή του Άϊ-Γιάννη.
.
Στη Ρόδο, όποιο παιδί γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα, το λένε«Κάο», Καλικάντζαρο.
Λέγεται, λοιπόν, ότι οι «Κάηδες» σηκώνονται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι τους το πρώτο δεκαήμερο, κι ασυναίσθητα γυρίζουν έξω.
Για να μην αγριέψει όμως το παιδί, οι δικοί του φροντίζουν να του κάνουν το «μονομερίτικο» ρούχο.
Φωνάζουν, δηλαδή, στο σπίτι τους γυναίκες που να λέγονται Μαρίες και τους δίνουν μία μπάλα μπαμπάκι.
Αυτές το κλώθουν, το κάνουν νήμα, το υφαίνουν και ράβουν ένα ρούχο, που θα το φορέσει ο Κάος.
Όλη αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει μέσα σε μια μέρα, γι’ αυτό και το ρούχο λέγεται «μονομερίτικο».
.
Στη Θράκη πιστεύουν ότι οι Καλικάντζαροι συνηθίζουν να κατεβαίνουν τη νύχτα από το τζάκι και ν’ αρπάζουν τα λουκάνικα, κι ότι χορεύουν γύρω από τα πηγάδια, όπου, αν πάει κανείς, τον βάζουν με το στανιό, δηλαδή αναγκαστικά, να χορέψει μαζί τους.
.
Στην Κυνουρία χαράζουν με κάρβουνο σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα, για να μην μπαίνουν μέσα οι«Λυκοκαντζάροι».
.
Στην Κύπρο πιστεύουν πως ο Καλικάντζαρος μπορεί να «αιχμαλωτιστεί», φτάνει ο άνθρωπος να τον δέσει από το πόδι με «μόλινο» (λινή κλωστή).
Την τελευταία μέρα που θα φύγουν οι «Πλανήταροι» ή «Καραμάνοι», στην Κύπρο οι νοικοκυρές τους περιποιούνται, για να τους εξευμενίσουν.
Τους ψήνουν «ξεροτήανα» (λουκουμάδες) με μπόλικο λάδι για να φάνε οι «Πλανήταροι που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και χαιρετιούνται που θα φύγουν». Έπειτα τα περιχύνουν με μέλι. Όλη η οικογένεια συγκεντρώνεται, στη συνέχεια, γύρω από το τηγάνι με το ζεστό λάδι που αχνίζει.
Πρώτα, όμως, οι Καλικάντζαροι θα γευτούν τα ξεροτήανα, που η νοικοκυρά θα ρίξει στη στέγη του σπιτιού και θα λέει:
«Τσιτσί, τσιτσί λουκάνικο,
κομμάτι ξεροτήανο,
ρίξε στους Καλικάντζαρους,
να φάσιν και να φύουσιν».
 
Στην Κύπρο τους φαντάζονται σαν κουβάρια.
Καθώς σκύβουν οι άνθρωποι να τους πάρουν, εκείνα αρχίζουν να τρέχουν.
Λίγο πιο πέρα αλλάζουν μορφή και γίνονται γαϊδουράκια και γκαμήλες.
Όταν ο άνθρωπος ξεγελιέται κι ανεβαίνει στην πλάτη τους, τότε αυτά ψηλώνουν σα βουνό και τον ρίχνουν κάτω.
.
Στη Λήμνο πιστεύουν πως ο Χριστός είπε στους ανθρώπους να φυλάγονται το Δωδεκαήμερο από τους Καλικάντζαρους.
.
Στην Κομοτηνή φοβούνται τόσο πολύ τους «Καρκατζέλ», όπως τους αποκαλούν, ώστε τη νύχτα δε σφυρίζουν ποτέ, για να μη μαζευτούν πολλοί μαζί και τους κάνουν κακό.
.
Στη Χίο, την παραμονή των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης του σπιτιού φέρνει ένα μεγάλο ξύλο από τα χωράφια του και το βάζει μέσα στο σπίτι, στη μέση της κάμαρας. Το «χριστόξυλο», όπως το λένε, το ραίνουν καρύδια κι αμύγδαλα, που μαζεύουν τα παιδιά και τα τρώνε.
Κατόπιν, η νοικοκυρά παίρνει το κούτσουρο και το βάζει στο τζάκι, όπου θα καίγεται συνέχεια όλο το Δωδεκαήμερο.
Οταν περάσει το Δωδεκαήμερο θα μαζέψουν τη στάχτη και θα τη ρίξουν στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, για να προστατεύεται από τα «δαιμόνια», που αυτές τις μέρες ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της Γης και πειράζουν τους ανθρώπους.
.
Σε πολλά χωριά στην Πελοπόννησο, από τη μέρα των Χριστουγέννων ζωγραφίζουν σ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ένα σταυρό με κάρβουνο, για να μην μπουν οι Καλικάντζαροι και για να τους διώξουν.
.
Τέλος, στα Επτάνησα πιστεύουν ότι τα «Λυκοτσαρδά» ή«Παγανά» είναι αόρατες δυνάμεις που μπορούν να κάνουν χιλιάδες κακά. Είναι τα κακοποιά σύνεργα του σκότους και των ποταμίσιων νερών, που παρουσιάζονται με το πρώτο άστρο των Χριστουγέννων, κι εξαφανίζονται με το αγίασμα των νερών, τα Φώτα.
.

Με την πάροδο του χρόνου ο λαός έδωσε στους καλικαντζάρους κι άλλα ονόματα, αναλόγως με τις σκανδαλιές που έκαναν και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Τα ονόματα αυτά είναι, ως επί το πλείστον, λέξεις σύνθετες και αστείες.

Έτσι έχουμε:

•____Τον καλικάντζαρο Μαλαγάνα.

Αυτός θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά

•____Τον καλικάντζαρο Τρικλοπόδη.

Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς.

•____Τον καλικάντζαρο Πλανήταρο, ο οποίος ονομάστηκε έτσι, γιατί πλανεύει τους ανθρώπους, αφού μπορεί και μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι.

•____Τον καλικάντζαρο Μαλαπέρδα. Του Μαλαπέρδα του αρέσει να κατουράει και στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται . Γι’ αυτό όσες νοικοκυρές τον ξέρουν, φροντίζουν να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους.

•____ Τον καλικάντζαρο Μαγάρα. Αυτός έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων .

• _____Τον καλικάντζαρο Βατρακούκο. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και το όνομά του το πήρε από την όψη του, η οποία είναι όμοια με βατράχου.

• _____Τον καλικάντζαρο Καταχάνα. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρωμάει απαίσια .

• _____Τον καλικάντζαρο Περίδρομο. Ο οποίος είναι, σαν τον Καταχανά, φαταούλας.

•____Τον καλικάντζαρο Κουλοχέρη. Το όνομα του το πήρε από την εμφάνιση του. Είναι σαραβαλιασμένος , μ’ ένα χέρι κοντό κι ένα μακρύ , κι όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω.

• ____Τον καλικάντζαρο Παρωρίτη. Ο Παρωρίτης έχει μύτη σαν προβοσκίδα και πολύ μαλακή . Εμφανίζεται λίγη ώρα πριν λαλήσει ο πετεινός , αξημέρωτα , κι έχει μανία να παίρνει τις φωνές των ανθρώπων.

•____Τον καλικάντζαρο Γούρλο, ο οποίος πήρε το όνομα του από τα μάτια του, που είναι τεράστια σαν αυγά και πεταμένα έξω. Φυσικά δεν του ξεφεύγει τίποτα!

• ____Τον καλικάντζαρο Κοψομεσίτη. Αυτός είναι κουτσός και καμπούρης, ενώ πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους, του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .

• ___Τον καλικάντζαρο Στραβολαίμη. Του οποίου το χαρακτηριστικό του είναι ότι στριφογυρνάει διαρκώς σα σβούρα το κεφάλι του.

• ___ Τον καλικάντζαρο Κοψαχείλη. Ο Κοψαχείλης έχει τεράστια δόντια τα οποία κρέμονται έξω από τα χείλη του. Του αρέσει να κοροϊδεύει τους παπάδες και γι’ αυτό φορά συνήθως ένα ψεύτικο καλυμμαύκι .

• ___Τον καλικάντζαρο Κωλοβελόνη. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του.  Λένε πως, ίσως, ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος . Λέγεται πώς είναι ο αρχηγός τους.

• ____Τον καλικάντζαρο Μαντρακούκο. Αυτός εκτός από Μαντρακούκος, αποκαλείται αλλιώς και Πρώτος ή Κουτσός και είναι ο αρχικαλικάντζαρος. Την ημέρα κρύβεται στις μάντρες και τη νύχτα βγαίνει και πειράζει τις γυναίκες που περπατούν στο δρόμο . Είναι κοντόχοντρος , τραγοπόδαρος , καραφλός , ασχημομούρης πιο πολύ απ’ τους άλλους και πολύ επικίνδυνος. Κι αυτός λένε πώς είναι αρχηγός τους.

•_____Τον καλικάντζαρο Παγανό. Πάλι κι αυτός αποκαλείται Πρώτος ή Μεγάλος. Η αφεντιά του είναι κουτσός . Η ιστορία λέει ότι τον κούτσανε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως , μιας χωριατοπούλας που την κυνηγούσε κάποτε ο Παγανός για να την κάνει γυναίκα του , αλλά αυτή κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της και κατάφερε να του ξεφύγει . Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε . Το ζωντανό τότε τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να κλωτσάει .  Μια τέτοια δυνατή φαίνεται πως έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε . Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες . Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου . Ρίχνουν μάλιστα και αλάτι που κάνει θόρυβο όταν πέσει στη φωτιά , για να τον τρομάξουν ακόμα περισσότερο.

• ____Τέλος, έχουμε τον καλικάντζαρο Κατσικοπόδαρο, αλλιώς ή Κατσιποδιάρης ή Μέγας Καλικάντζαρος. Η μεγαλειότητά του είναι φαλακρός και κασιδιάρης κι έχει ένα κατσικίσιο ποδάρι . Είναι κακορίζικος , ελεεινός, γρουσούζης και όπου βάλει το κατσικίσιο του ποδάρι φέρνει καταστροφή .

.

kalikantzaroi 4

Οι άνθρωποι στα χωριά τρόμαζαν ( και κάποιοι συνεχίζουν ακόμα ) ότι είναι αερικά, ξωτικά.
Εν μέρει είχαν δίκιο, αφού οι καλικάντζαροι είναι πράγματι ξωτικά, αλλά όχι αερικά!
Ανήκουν στο στοιχείο της Γης και είναι από τα όχι τόσο άκακα . Γι’ αυτό το λόγο τους αποκαλούσαν και δαιμόνια. Λέγεται πώς ζουν όλο το χρόνο κάτω από τη Γη (Κοίλη Γη) όπου και προσπαθούν με οποιοδήποτε τρόπο να κόψουν το δέντρο που τη βαστάει, το οποίο μας θυμίζει το Δέντρο της Ζωής, μιας και κρατάει τη Γη πάνω στην οποία η ζωή ανθίζει.
Το συγκεκριμένο δέντρο ονομάζεται Δέντρο της Γης.
.
το Δέντρο της Ζωής-Islamic Arabic &also Ottoman Calligraphy
-Το Δέντρο της Ζωής,
που υπάρχει σε όλες σχεδόν τις Κουλτούρες-
(Εδώ: από την Ισλαμική Παράδοση, Οθωμανική ή και Αραβική)
* Πολλές εικόνες σχετικές με το Δέντρο της Ζωής στο τέλος της ανάρτησης
.
Βέβαια, αυτή η ιστορία είναι και μια παραλλαγή του μύθου του Άτλαντα (μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη), μόνο που εδώ είναι ένα δέντρο που κρατάει τον ουρανό του κόσμου των καλικαντζάρων, η οποία είναι η Γη.
Κόβουν και κόβουν μέχρι που η παράδοση τους θέλει να κοντεύουν να το ρίξουν.
.
Η όλη φαντασία δεν είναι άσχετη από πραγματικές αφετηρίες, όπως η αναγέννηση της φύσης, διάφορα περιστατικά που συμβαίνουν τις ημέρες των γιορτάδων και αποδίδονται στα πνεύματα, ακόμη και από τα φυσικά φαινόμενα και τους θορύβους που τα συνοδεύουν. Σύμφωνα με την περιγραφή του Βελλούδιου, που όντας αξιωματικός στη Ναυτική Αεροπορία – ήταν ο πρώτος που πέταξε στο Αφιόν Καραχισάρ – έστελνε τους άνδρες του να συγκεντρώνουν πληροφορίες για τους Καλικάντζαρους από όλη την Ελλάδα.
.

Τι κάνουν;

 

kalikantzaroi 5

Οι καλικαντζαραίοι τρέφονται κυρίως με τροφή ακάθαρτη όπως σκουλήκια, βατράχια, φίδια, ποντικοί κ.ά. εκτός από το Δωδεκαήμερο που επιλέγουν να φάνε τα γλυκά εδέσματα και το κρέας, τα οποία κλέβουν από τους ανθρώπους ή μέσα από τα σπίτια τους.
_________
Όταν ανέβουν στην επιφάνεια το Δωδεκάμερο, κάνουν οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε!
Όντας χιλιάδες, διασκορπίζονται παντού!
Όταν νυχτώσει, αρχίζουν να τριγυρίζουν στην εξοχή και στους μύλους, κατεβαίνουν στις κατοικημένες περιοχές μήπως και μπουν στα σπίτια. Αλίμονο σ’ όποιον συναντήσουν νυχτιάτικα! Δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί!
____
Εμφανίζονται μπροστά του με διάφορες μορφές και προσπαθούν να τον τρομάξουν ή βλάψουν με όποιο τρόπο μπορούν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, καβαλικεύουν στους ώμους του, χορεύουν ολόγυρά του κι άλλα πολλά.
Μάλιστα, λένε ότι αν σε συναντήσουν στο δρόμο, κάθονται στους ώμους σου και σε ρωτάνε:
«Στούππος ή μόλυβος».
Αν απαντήσεις στούππος, γίνεται ελαφρύς και κάθεται πάνω σου μέχρι να τον μεταφέρεις σπίτι σου, όπου δεν πειράζει κανέναν και αφήνεται να τον δέσεις με σπαρτόβουρλο,
ενώ αν απαντήσεις μόλυβος, ο καλικάντζαρος βαραίνει και μένει πάνω σου μέχρι να σε συντρίψει.
_______
Λέγεται, επίσης, ότι ανεβαίνουν στους ώμους των ανθρώπων που συναντούν τη νύκτα και προσπαθούν να τους πνίξουν αν δεν αποκριθούν σωστά σε ότι ερωτηθούν.
Κατ΄ άλλους τους παρασύρουν σε χορό που, όμως, τους καλούς χορευτές τους ανταμείβουν ή κατ΄ άλλους παίρνουν τη μιλιά σε όποιον μιλήσει κατά τη συνάντηση μαζί τους.
_____
Χορεύουν και τραγουδούν, πάνε στους μύλους όπου πειράζουν τους μυλωνάδες, σκορπάνε το αλεύρι και τους αναγκάζουν να τους φτιάξουν πίτες.
Κάποιες φορές είναι ευγνώμονες προς τους σπιτονοικοκύρηδες και τους στέλνουν προϊόντα απ’ τα οποία έχουν μεγάλη έλλειψη.
Μανία τους να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.
Κατεβαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων από την καπνοδόχο, γι’ αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ.
________
Εκτός από την καπνοδόχο, όμως έχουν την ικανότητα να μπορούν να μπουν από τις κλειδαρότρυπες ή από κάτω από τις πόρτες.
Αν καταφέρουν να μπουν, αρχίζουν ν’ ανακατεύουν και να μπερδεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους, προσπαθούν να μαγαρίσουν τα φαγητά τους, αρπάζουν ενδύματα, κάνουν ζημιές «βασανίζουν τις ακαμάτρες… γι΄ αυτό τα κορίτσια το 40ήμερο προσπαθούν να φτιάξουν όσο γίνεται πιο πολύ γνέμα» (Σάμος) ή σκορπούν το αλεύρι, τη τέφρα από το τζάκι τη «δωδεκαμερίτικη» ή «καλικαντζαρίσια» ή «τη στάχτη που δεν άκουσε το εν Ιορδάνη» και που θεωρείται ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.
___
Επιπλέον, τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα.
Για να τους διώξουν οι νοικοκυρές, λένε ότι τους κυνηγούν με πυρωμένα δαυλιά.
Λέγεται, επίσης, πώς όταν ψήνουν οι νοικοκυρές τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στις καπνοδόχους και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί έχουν την δυνατότητα να τεντώνουν τα άκρα τους όσο θέλουν, και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι.
_____
Είναι πολύ ευκίνητοι, ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια, κάνοντας μεγάλη φασαρία. Και ότι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν!
Σε μερικά μέρη λέγεται ότι τους καλικάντζαρους τους συνοδεύει η μάνα τους η «Καλικατζαρού» που τους «ορμηνεύει» τι να πειράξουν.
Σε κάποια νησιά λένε οι καλικάντζαροι έρχονται με τις γυναίκες τους ή μόνο οι γυναίκες τους οι «καλικαντζαρίνες»!
Και προκειμένου οι νοικοκυραίοι να αποφύγουν ένα τέτοιο συρφετό ρίχνουν στα κεραμίδια κομμάτια από χοιρινό*, το οποίο είναι η αδυναμία τους, ειδικά το παστό του ( το λίπος ), ή λουκάνικα ή ξηροτήγανα!
.
*Αυτό, γιατί όλη αυτή την περίοδο μέχρι τα Χριστούγεννα οι αγρότες στα χωριά έθρεφαν χοιρινά, των οποίων το κρέας πάστωναν ή έφτιαχναν λουκάνικα ή άλλα καπνιστά εδέσματα, με σκοπό να έχουν κρέας μέχρι το Πάσχα, τουλάχιστον, οπότε και ετοίμαζαν αρνί.
__________
Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι, καβγατζήδες, δίγνωμοι, ο ένας λέει ναι, ο άλλος όχι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση.
Όταν ξεκινάν να πάνε κάπου, ο ένας τρέχει, ο άλλος στέκει, μαλώνουν στο δρόμο και ποτέ δε φτάνουν εκεί που πάνε, ή φτάνουν παράκαιρα.
Λόγω των παραπάνω, πιστεύεται πώς αν και είναι κακοί και πονηροί, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία.
_______
Το μόνο που κάνουν είναι να τους πειράζουν, να τους ενοχλούν ή να τους φοβίζουν, μιας και είναι μωροί και ευκολόπιστοι. Γι’ αυτό και οι γυναίκες ακόμα τους περιπαίζουν, τους βρίζουν και τους λένε σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.
Μένουν έξω όλη νύχτα μέχρι και την αυγή.
Για να καταλάβουν πότε είναι ώρα να φύγουν, μιας και πρέπει να μην υπάρχει αρκετό φως ακόμα, υπάρχουν τρία λαλήματα πετεινών που προειδοποιούν.
Κατά το πρώτο λάλημα του πετεινού, ο οποίος είναι μαύρος, γιατί είναι ακόμη μεσάνυκτα, δε φεύγουν, κατά το δεύτερο , το οποίο είναι από κόκκινο πετεινό, γιατί αρχίζει να γλυκοχαράζει, ετοιμάζονται και κατά το τρίτο που λαλεί άσπρος πετεινός, γιατί ξημερώνει, αποχωρούν.
.

Ποιοι γίνονται καλικάντζαροι σύμφωνα με το λαό μας;;

kalikantzaroi 6

Η προέλευση αυτών των πλασμάτων είναι, σύμφωνα με διάφορες ελληνικές δοξασίες, οι άνθρωποι με κακιά μοίρα μεταβαλλόμενοι σε δαιμόνια∙ γίνονται, δε, καλικάντζαροι αυτοί που έχουν γεννηθεί μέσα στο Δωδεκαήμερο εκτός και αν βαπτισθούν αμέσως, ή εκείνοι στους οποίους ο ιερέας δεν ανέγνωσε σωστά τις ευχές του βαπτίσματος, τα τερατώδη βρέφη, ή κατά τους Σιφναίους όσοι πέθαναν στο Δωδεκαήμερο ή αυτοκτόνησαν.
Στη Μακεδονία: όσοι δεν έχουν ισχυρό Άγγελο για να τους προστατεύει από τον Σατανά.
________
Κατ’ άλλους, καλικάντζαροι γίνονται τα παιδιά που γεννιούνται ανήμερα των Χριστουγέννων. Γιατί τότε σημαίνει πως η σύλληψή τους έγινε του Ευαγγελισμού, την ίδια μέρα με τη σύλληψη του Χριστού, πράγμα που για κάθε χριστιανό είναι αμάρτημα βαρύτατο.
Για να εμποδίσουν ένα τέτοιο παιδί να γίνει καλικάντζαρος, το δένουν απ’ το χέρι της μητέρας του με μια σκορδοπλεξούδα ή με ψαθόσκοινο. Έτσι δεν μπορεί να φύγει μαζί τους.
_______
Ή του καίνε τα νύχια των ποδιών, γιατί καλικάντζαρος χωρίς νύχια δεν γίνεται.
Σε κάποιες περιοχές πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν καλικατζαρίνες, γι’ αυτό τα κορίτσια που γεννιούνται ανήμερα των Χριστουγέννων, λένε πώς γίνονται στρίγγλες.
Στην Αντίσσα της Λέσβου λένε πώς τα παιδιά που γεννιούνται τη μεγάλη βδομάδα των Χριστουγέννων, οπότε γεννιέται κι ο Χριστός, αν δε βαφτιστούν ως τα Φώτα, γίνονται Καλκατζαρέλια, δηλαδή μικροί Καλικάντζαροι.
Γι’ αυτό τα βαφτίζουν ανήμερα τα Φώτα, ακόμα και χωρίς παπά.
.
Και δε φοβούνται πια μη γίνουν Καλικάντζαροι, γιατί βαφτίζονται μέσα στ’ αγιασμένα νερά, που είναι κείνη τη μέρα σαν τ’ άγιο μύρο.
Επιπλέον, πιστεύουν ότι καλικάντζαροι γίνονται και οι πεθαμένοι που δεν τους έψαλλε παπάς και δεν θυμιάστηκε, γι’ αυτό και βρικολακιάζουν. Έτσι, πάλι στην ίδια περιοχή, τους βάζουν μαζί από ένα εικόνισμα και δεν βρικολακιάζουν.
___
Μια άλλη άποψη είναι ότι οι καλικάντζαροι δεν υπάρχουν και ότι απλά είναι επινόηση των πρώτων χριστιανών, που είχαν σκοπό, με αυτό τον τρόπο, να προκαλέσουν τη φρίκη και το δέος στους αβάφτιστους και στους αδιάλλακτους.
___
Απόδειξη αυτού είναι ότι οι Καλικάντζαροι εγκαταλείπουν τις στέγες των σπιτιών την παραμονή των Φώτων, που γίνεται ο μικρός αγιασμός.
.
Με τον καιρό όμως οι Καλικάντζαροι έγιναν στη συνείδηση του λαού «χαριτωμένα δαιμονάκια», που δεν προκαλούν φρίκη. Δεν αφήνουν, όμως, ευκαιρία να μην πειράξουν τους ανθρώπους τις δώδεκα μέρες που κρατά η δράση τους.
.

Τρόποι αποφυγής

kalikantzaroi 7

Ο άνθρωπος, όπως για όλα τα κακά, έτσι και γι’ αυτό προσπάθησε να βρει μια λύση.
Εφηύρε, λοιπόν, πολλούς τρόπους για να διώξει τους καλικαντζαραίους και είναι οι εξής:
 
• Οι καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά, επομένως όταν έχουμε αναμμένο το τζάκι, δεν μπαίνουν από την καπνοδόχο.
—-
• Άλλος ένας τρόπος είναι το κόσκινο, το οποίο τοποθετείται είτε στο τζάκι είτε πίσω από την πόρτα και καθυστερεί τον καλικάντζαρο, διότι εκείνος αρχίζει να μετρά τις τρύπες μέχρι την αυγή, οπότε και αναγκάζεται να φύγει.
—–
• Ο αγιασμός είναι άλλο ένα αποτρεπτικό μέσο! Οι καλικάντζαροι τον φοβούνται πολύ, γι’ αυτό και φεύγουν στα Φώτα, όπως κι όταν ραντισθεί το μέρος με αγιασμό.
——
• Κάτι άλλο που δεν μπορούν να αντέξουν είναι η θέα αναμμένου κεριού από τον Επιτάφιο.
—–
Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού θεωρείται ότι τους διώχνει.
—-
Επίσης, φοβούνται τα καμμένα ξύλα, δαυλιά και κούτσουρα.
—–
Η απαγγελία του “Πάτερ ημών” τρεις φορές λένε ότι λειτουργεί και αυτό ως αποτρεπτικό μέσο, αφού το απεχθάνονται.
—–
• Επιπλεόν, το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες (παλιοτσάρουχου),
η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού,
τα περίαπτα (χαϊμαλιά, φυλαχτά) πίσω από τη πόρτα,
το μαυρομάνικο μαχαίρι (αθαμέ) και
το αναμμένο δαυλί τους διώχνουν.
—–
• Άλλοι τρόποι είναι να κρεμάσουμε το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, να κάψουμε αλάτι ή ένα παλιοπάπουτσο στη φωτιά κι ο καπνός κι οι κρότοι απ’ το αλάτι θα τους διώξουν μακριά.
——

• Άλλοι δένουν στο χερούλι της πόρτας μια τούφα λινάρι.

Ώσπου να μετρήσει ο καλικάντζαρος τις ίνες του λιναριού, αφού είναι μωρός και ανόητος, έφτασε το ξημέρωμα κι όπου φύγει-φύγει.

—-

• Παλιά, οι νοικοκυραίοι που ζούσαν στα χωριά, σκέπαζαν το χοιρινό, το αγαπημένο τους κρέας, με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι ακόμα φρέσκο, είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος. Έτσι σκέπαζαν με αυτό, εκτός από το χοιρινό και τα λουκάνικα, καθώς επίσης και οτιδήποτε άλλο είχε σαν πρώτη ύλη το χοιρινό, ώστε να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι.

———

Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.

——-

• Τέλος, υπάρχουν και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας, τέτοιες μέρες, είναι η κρεμμύδα.

Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. 

Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

ΠΗΓΕΣ: http://www.tovima.gr , http://kykeon.ning.com/, Olympia.gr

.

kalikantzaroi 3

.

kalikantzaroi 7

Πηγή

ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΟΙ-facebook

ΑΠΟ ΒLACKΜEDITERRANEANPIRATE

http://wp.me/pPn6Y-hQd

Του Μαγιού ροδοφαίνεται η μέρα 

που ωραιότερη φύση ξυπνάει

και την κάνουν λαμπρά και γελάει 

πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 

Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι

παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι

  ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 

όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 

Πρωτομαγιά (Διονύσιος Σολωμός) 

Γνωστός στους διάφορους πολιτισμούς με διαφορετικά ονόματα, ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια) της οποίας το όνομα προήλθε με τη σειρά του από την ελληνική λέξη Μαία, τροφός και μητέρα. Η Μάγια ταυτίστηκε και με την Ατλαντίδα νύμφη Μαία, μητέρα του Ερμή στον οποίο και αφιερώθηκε ο μήνας. Σύμφωνα με τον τρόπο διαίρεσης του χρόνου των αρχαίων Ελλήνων, ο Μάιος αντιστοιχούσε σε μέρος του Μουνιχιώνα και του Θαργηλιώνα που σημαίνει το μήνα που ο ήλιος καίει, θερμαίνει τη γη. Ήδη από τους Ρωμαίους, η αρχή του μήνα σηματοδοτούνταν από τον εορτασμό της Αγαθής Θεάς ενώ σε όλη τη διάρκειά του τελούνταν γιορτές συνδεδεμένες με την ευφορία των αγρών.  Η φυσιογνωμία του Μαΐου στη λαϊκή αντίληψη είναι δίσημη: συνυπάρχει σ αυτήν το καλό και το κακό, η αναγέννηση και ο θάνατος. Όλες αυτές οι ιδιότητες συγκλίνουν και συγκεντρώνονται στην πρώτη του μέρα, την Πρωτομαγιά. Ο εθιμικός εορτασμός της ως της τελικής νίκης του καλοκαιριού κατά του χειμώνα και της κατίσχυσης της ζωής επί του θανάτου έχει μακρότατη παράδοση με ρίζες που ανάγονται σε προχριστιανικές αγροτικές λατρευτικές τελετές που αποσκοπούσαν στη γονιμότητα των αγρών και, κατ επέκταση, και των ζώων και των ανθρώπων. 

Οι αρχαίοι Έλληνες, ως φλογεροί φυσιολάτρες, γιόρταζαν το άνοιγμα των λουλουδιών και το φτάσιμο της άνοιξης. Aπό τα αρχαιότερα χρόνια του πολιτισμού τους, που έφθασε στην Eλλάδα από τη Θράκη το ρόδο, μαζί με τις Oρφικές διδασκαλίες, το άνθος αυτό έγινε σύμβολο και υμνήθηκε ως η νύμφη των ανθέων.

Ο Aνακρέων ύμνησε έτσι το άνθος αυτό του Mαγιού:  «Pόδον, άνθος των ερώτων  αναμίξωμεν τω Bάκχω  ρόδον, ω+ ωραίον άνθος  ενθέντες τοις κροτάφοις  ευθυμήσωμεν εν τούτοις».  Η γιορτή, όμως, της άνοιξης, η αρχαία Πρωτομαγιά, πήρε σιγά-σιγά κι επίσημη μορφή. Από τις παλαιότερες γιορτές, δημιουργήθηκαν τα Ανθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη γιορτή ανθέων των Ελλήνων. Ιδρύθηκε πρώτα στην Αθήνα, όπου με μεγαλοπρέπεια βάδιζαν προς τα ιερά πομπές με κανηφόρες, που έφερναν άνθη. Έπειτα τα Ανθεστήρια διαδόθηκαν και σ άλλες πόλεις της Ελλάδος και πήραν πανελλήνια μορφή.  Στα Ανθεστήρια της Ελλάδας «ανασταινόταν» ο …; σκοτωμένος Ευάνθης θεός, επίθετο του Διόνυσου, που από το χυμένο αίμα του φύτρωσε, σύμφωνα με το μύθο, η άμπελος. Δρώμενο της Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα κατά τα νεότερα χρόνια ήταν η ανάσταση του Μαγιόπουλου. Ένας έφηβος εμιμείτο στα ξέφωτα του δάσους τον πεθαμένο, τάχατες, Διόνυσο. Κοπέλες τον στόλιζαν με άνθη και του τραγουδούσαν τον «κομμό, το θρήνο και τον οδυρμό, μέχρι που να «αναστηθεί» και μαζί με αυτόν όλη η φύση.  Όταν η ειδωλολατρία προσωποποίησε τις ιδιότητες της Φύσης και τις προσκύνησε σαν συγκεκριμένους θεούς, τότε τις αρχικές εκείνες γιορτές της Άνοιξης μοιράστηκαν μεταξύ τους η Ίσιδα, ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Απόλλωνας, η Χλωρίδα (Flora) και αν κάποιος άλλος θεός θεωρήθηκε επόπτης της φυσικής παραγωγής ή αίτιος της βλάστησης των φυτών.  Και λοιπόν αντί για την αρχική και ενστικτώδη εκείνη χαρά των ανθρώπων από τη θέα της ζωής που ξαναγεννιέται στη φύση, γιόρταζαν οι δικοί μας πρόγονοι , από υποχρέωση πια, γιορτές, σαν τα Ανθεσφόρια περίπου, τα Ηροσάνθεια, τα Χλόεια, τα Θαλήσια και τέλος τα περίφημα Διονύσια για των οποίων την εξύμνηση συναγωνίζονται οι μεγαλύτεροι λυρικοί ποιητές της Ελλάδας που για την ανοιξιάτικη λαμπρότητά τους ψάλλει ο ουράνιος Πίνδαρος ότι:  Φοίνικος έρνος οπότ΄οιχθέντος Ωράν θαλάμου.  Εύοδμον επαιωσιν έαρ, φυτά νεκτάρεα.  Τότε βάλλεται , τότ΄επ΄αμβρόταν χέρσον εραταί  ίων φόβαι ρόδα τε κόμαισι μίγνυται,  αχεί τ΄ομφαί μελέων συν αυλοίς,  αχεί τε Σεμέλαν ελικάμπυκα χοροί.  (Το βλαστάρι του φοίνικα, των Ωρών σαν ανοίξει ο θάλαμος  και τα μυρωδάτα φυτά μυριστούν την εύοσμη άνοιξη,  τότε πετιέται, τότε στη γη των αθανάτων σωρός  χαριτωμένοι μενεξέδες και τριαντάφυλλα  με τα μαλλιά ανακατεύεται  και ηχεί γλυκιά φωνή με λυρικούς αυλούς  και  σέρνουνε χορούς για την ανθοστεφάνωτη  Σεμέλη). 

Αργότερα, με το πέρασμα των αιώνων, η αρχική έννοια της Πρωτομαγιάς χάθηκε και τα έθιμα επιβίωσαν απλώς ως λαϊκές γιορτές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται περιφορά δέντρων, πράσινων κλαδιών ή στεφάνων με λουλούδια, ανακήρυξη του βασιλιά ή της βασίλισσας του Μάη, χορός γύρω από ένα δέντρο ή ένα στολισμένο κοντάρι-γαϊτανάκι. Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες γιορτές χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο που έχουν διατηρηθεί ως τις μέρες μας με εκδηλώσεις που απαντώνται στον λαϊκό πολιτισμό πολλών ευρωπαϊκών λαών.

Καλό μήνα !!!

πηγή