Θρηνήστε…

Θρηνήστε,  ώ κόρες της Αστάρτης κι’ όλες εσείς

Του Ταμμούζ οι εκλεκτές μαζί μου.

Ας λιώσει απ’το θρήνο η καρδιά κι’ας χύσει δάκρυα  πικρά.

Γιατί ο Χρυσεεφάντινος  δεν είνα μαζί μας πια.

Στο δάσος ‘κει το σκοτεινό Τον γράπωσ’άγριο θεριό.

Τρύπησε με τα δόντια του το θείο Του σώμα.

Χάμω τα φύλλα των καιρών πεσμένο ον σκεπάζουν

Και ποτέ το βήμα Του δεν θα ῤθει να ταράξει

Των  σπόρων το νανούρισμα στης ΄Ανοιξης την αγκαλιά.

Δε θα ‘βρω τη φωνή Του πια σιμά στο παραθύρι

Και πάντα μόνη θα ‘μαι.

Θρηνήστε,  ώ κόρες της Αστάρτης κι’ όλες εσείς

Του Ταμμούζ οι εκλεκτές μαζί μου.

Γιατί για πάντα έχασα τον Χιλιαγαπημένο

Αυτόν που μίλαγε τη γλώσσα που ο ποταμός λαλεί.

Αυτόν που αδελφωνότανε ο χρόνος τη φωνή του

Αυτόν που ήταν στο στόμα του γλυκός ο κάθε πόνος

Αυτόν που μέλι στη χολή μετάλλαξε στα χείλη.

Θρηνήστε,  ώ κόρες της Αστάρτης κι’ όλες εσείς

Του Ταμμούζ οι εκλεκτές μαζί μου.

Σαν κλαιν’ τ’αστέρια, κλαίτε εσείς στο μνήμα Του σιμά.

Σαν ακουμπάνε πάνω Του του φεγγαριού οι αχτίδες

Και τα κλινοσκεπάσματα τα δάκρυά μας ας βρέξουν

Που ο Χιλιαγαπημένος μου στ’όνειρό μου κοιμόταν

Κι’ έφυγε σαν της χαραυγής τα χάδια με ξυπνήσαν.

ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .

maxresdefault

.

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά

απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,

κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά

κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,

αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι

και θα μυρίζει ήλιο και βροχή

και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,

στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,

και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ

χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπα”

που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει

καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά

προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·

κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –

μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή

κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,

που άκουγα διπλά τα βήματα μου!

Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;

κι εσύ κοντά μου . . .

Γ ι ά ν ν η ς   Σ κ α ρ ί μ π ας  (1893 – 1984)

Κοκκινολαίμης, το αηδόνι του χειμώνα

Ο καλόγιαννος, αν και ιδιαίτερα κοινωνικός με τους ανθρώπους, είναι καχύποπτος με άλλα πουλιά

Όπου και αν στρέψει κανείς το βλέμμα του τον χειμώνα θα δει έναν κοκκινολαίμη να δίνει χρώμα στο τοπίο. Στο βουνό, στον κάμπο, στο δάσος, στην παραλία, σε πάρκα και κήπους, ακόμη και σε χαραμάδες. Θα τον δει να κινείται με τα μικρά, αλλά ψηλά σε σχέση με το σώμα του, πόδια ανασηκώνοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την ουρά του.

 

European-Robin77420

«Μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦθ᾿ ἔρχομαι, μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦ τρέχω

πατρίδα ἐγὼ δὲν ἔχω

παρὰ τοῦ βάτου τ᾿ ἄγριο, τ᾿ ἀγκαθερὸ κλαρί.

Μὲ δέρνει τ᾿ ἀνεμόβροχο, εἶμαι φτωχὸ πουλί,

Ὁ λόγκος τὸ παλάτι μου, καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά,

πετῶ, κορνιάζω ξέγνοιαστος οσῶχω τὰ φτερά».

  

Εξαιτίας της ιδιαίτερης συμπεριφοράς του, αλλά και της ομορφιάς του, έχει γίνει «ήρωας» σε πλήθος παιδικών βιβλίων, ελληνικών και ξένων και έχει εμπνεύσει μεγάλους Έλληνες ποιητές όπως τον Γεώργιο Δροσίνη, τον Ηλία Βενέζη και τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Χαρακτηριστική η πρώτη στροφή του ποιήματος του Βαλαωρίτη «Ο Καλογιάννος»:

 

Βασιλιάς των πουλιών κατά την παράδοση

 

Η λαϊκή παράδοση τον θέλει βασιλιά των πουλιών. Σύμφωνα με ένα λαϊκό παραμύθι από το Αγρίνιο μια φορά τα πουλιά ζητούσαν βασιλιά και ο Θεός τους είπε ότι τη θέση θα πάρει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα. Τα περισσότερα πουλιά δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε έναν άνισο αγώνα διότι γνώριζαν ότι θα κέρδιζε ο αετός. Μόνον ο καλόγιαννος επέμενε.

Έτσι όταν ο αετός πέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος φώναξε: «Ποιος μπορεί να πετάξει ψηλότερα από μένα;» Και ο καλόγιαννος, που είχε κρυφτεί στη ράχη του, φτερουγίζοντας λίγο ψηλότερα φώναξε: «Εγώ». Έτσι έγινε βασιλιάς των πουλιών.

«Στολίδι» του χειμώνα, έρχεται στην Ελλάδα από τη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, για να ξεχειμωνιάσει. Στις αρχές της Άνοιξης φτερουγίζει και πάλι για βορειότερες περιοχές. Εντούτοις, όπως αναφέρει ο δασολόγος και συνεργάτης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας κ. Παναγιώτης Λατσούδης έχει παρατηρηθεί ότι ένα με δύο ζευγάρια παραμένουν στην καρδιά της Αθήνας, στον Εθνικό Κήπο και λίγα ακόμη στα βόρεια προάστια καθώς και σε περιοχές της χώρας με μεγαλύτερο υψόμετρο.

 Περπατώντας στα καμένα της ΠάρνηθαςΕπιτραπέζιες ταϊστρες στον κήπο για τους κοκκινολαίμηδες.Το Πάρκο Τρίτση, μια όαση για τη Δυτική Αθήνα, φιλοξενεί πολλούς κοκκινολαίμηδεςΓκριζοκαφετής με ένα μεγάλο πορτοκαλοκόκκινο σημάδι στο στήθος και το πρόσωπο δίνει χρώμα στον χειμώνα. (Φωτογραφία Παναγιώτης Λατσούδης)Ένας καλόγιαννος στον ΠύργοΚοκκινολαίμης στον Εθνικό Κήπο (φωτογραφία Παναγιώτης Λατσούδης)Ιδιαίτερα κοινωνικός με τους ανθρώπους, τον χειμώνα μπορεί να τον δείτε και στον κήπο σας.

Κοκκινολαίμης, το αηδόνι του χειμώνα

Μήλα και αχλάδια αγαπημένο σνακ για τον καλόγιαννο.

8  φωτογραφίες

 

Το λατινικό όνομα του είδους είναι Erithacus rubecula και προέρχεται από το ελληνικό όνομα Ερύθακος. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Ερύθακος ήταν ένα πουλί του χειμώνα το οποίο το καλοκαίρι μεταμορφωνόταν σε κοκκινούρη. Σήμερα ωστόσο οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι ο κοκκινούρης είναι άλλο είδος που επισκέπτεται τη χώρα μας τους θερινούς μήνες. Απλώς η άφιξή του συμπίπτει με την αναχώρηση του κοκκινολαίμη για τον βορρά.

 

Ιδιαίτερα μοναχικό είδος, ο κοκκινολαίμης, ή καλογιάνος όπως είναι ένα από τα πολλά λαϊκά του ονόματα, γίνεται καχύποπτος κυρίως τον χειμώνα. Κι αυτό για να μη χρειάζεται να μοιρασθεί την τροφή του με άλλους. Ούτε καν τη σύντροφο που πέρασαν μαζί το περασμένο καλοκαίρι δεν θέλει κοντά του. Το χειμωνιάτικο κελάηδημά τους (είναι πιο μελαγχολικό από εκείνο του καλοκαιριού), τόσο του αρσενικού όσο και του θηλυκού, αποτελεί, όπως αναφέρει ο κ. Λατσούδης, μια σαφή δήλωση: «Μην πλησιάσει κανένας άλλος κοκκινολαίμης στην περιοχή μου γιατί θα λογαριαστούμε!».

 

Το αηδόνι του χειμώνα, αν και ιδιαίτερα μικρό σε μέγεθος (δεν ξεπερνά τα 14 εκατοστά) γίνεται ιδιαίτερα επιθετικό όταν απειλείται ο ζωτικός του χώρος και τα αποθέματα της τροφής που θα τον κρατήσουν στη ζωή τους κρύους μήνες του χρόνου.

 

«Ο κοκκινολαίμης ιδρύει όλο το χρόνο επικράτειες, τις οποίες υπερασπίζεται σθεναρά από εισβολείς και διεκδικητές, έτσι θα ακούσουμε το τραγούδι του όλο το χρόνο. Το παράδοξο όμως είναι ότι το χειμώνα κελαηδά και το θηλυκό που επιθυμεί και αυτό να έχει μια αποκλειστικά δική του επικράτεια! Έτσι, σε κάθε θέση βλέπουμε συνήθως μόνο ένα Κοκκινολαίμη, εκτός από την αναπαραγωγική περίοδο», λέει η υπεύθυνη δράσεων ευαισθητοποίησης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας κυρία Ρούλα Τρίγκου..

 

Πάντως, χάρις του τολμηρού του χαρακτήρα όλοι μπορούν να δουν κατά την περίοδο του χειμώνα ένα κοκκινολαίμη. Αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα και αγαπητά μικροπούλια. Κελαηδά το χειμώνα έναν από τους μελωδικότερους και μελαγχολικότερους σκοπούς.

 

Πώς να γίνετε «φίλος» με έναν κοκκινολαίμη

 

Το λεπτό ράμφος του κοκκινολαίμη προδίδει την προτίμησή του στα έντομα, αλλά τρέφεται και με καρπούς. Κατά την περίοδο του χειμώνα τα πουλιά χρειάζονται πλούσια τροφή που θα τους δώσει ενέργεια ώστε να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Τότε μπορείτε να τοποθετήσετε στον κήπο σας επιτραπέζιες ταΐστρες με ξηρούς καρπούς όπως ηλιόσπορους, βρώμη, κ.ά. καθώς και με φρούτα όπως μήλα και αχλάδια. Οι κοκκινολαίμηδες της περιοχής σας θα τα εκτιμήσουν δεόντως!

ΠΗΓΗ

Γελούσαμε…

 laterna-magica

 ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον

κάμπο.

 Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και

τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το

στρογγυλό τζαμάκι που ‘μoιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.

 Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες

και ήλιος.

 Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά

λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.

Γελάσαμε κι εμείς διπλά, κι όλα τριγύρω κι όλα μέσα μας γελούσαν –

όλα: λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Του Μαγιού ροδοφαίνεται η μέρα 

που ωραιότερη φύση ξυπνάει

και την κάνουν λαμπρά και γελάει 

πρασινάδες, αχτίδες, νερά. 

Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι

παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι

  ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι, 

όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά. 

Πρωτομαγιά (Διονύσιος Σολωμός) 

Γνωστός στους διάφορους πολιτισμούς με διαφορετικά ονόματα, ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια) της οποίας το όνομα προήλθε με τη σειρά του από την ελληνική λέξη Μαία, τροφός και μητέρα. Η Μάγια ταυτίστηκε και με την Ατλαντίδα νύμφη Μαία, μητέρα του Ερμή στον οποίο και αφιερώθηκε ο μήνας. Σύμφωνα με τον τρόπο διαίρεσης του χρόνου των αρχαίων Ελλήνων, ο Μάιος αντιστοιχούσε σε μέρος του Μουνιχιώνα και του Θαργηλιώνα που σημαίνει το μήνα που ο ήλιος καίει, θερμαίνει τη γη. Ήδη από τους Ρωμαίους, η αρχή του μήνα σηματοδοτούνταν από τον εορτασμό της Αγαθής Θεάς ενώ σε όλη τη διάρκειά του τελούνταν γιορτές συνδεδεμένες με την ευφορία των αγρών.  Η φυσιογνωμία του Μαΐου στη λαϊκή αντίληψη είναι δίσημη: συνυπάρχει σ αυτήν το καλό και το κακό, η αναγέννηση και ο θάνατος. Όλες αυτές οι ιδιότητες συγκλίνουν και συγκεντρώνονται στην πρώτη του μέρα, την Πρωτομαγιά. Ο εθιμικός εορτασμός της ως της τελικής νίκης του καλοκαιριού κατά του χειμώνα και της κατίσχυσης της ζωής επί του θανάτου έχει μακρότατη παράδοση με ρίζες που ανάγονται σε προχριστιανικές αγροτικές λατρευτικές τελετές που αποσκοπούσαν στη γονιμότητα των αγρών και, κατ επέκταση, και των ζώων και των ανθρώπων. 

Οι αρχαίοι Έλληνες, ως φλογεροί φυσιολάτρες, γιόρταζαν το άνοιγμα των λουλουδιών και το φτάσιμο της άνοιξης. Aπό τα αρχαιότερα χρόνια του πολιτισμού τους, που έφθασε στην Eλλάδα από τη Θράκη το ρόδο, μαζί με τις Oρφικές διδασκαλίες, το άνθος αυτό έγινε σύμβολο και υμνήθηκε ως η νύμφη των ανθέων.

Ο Aνακρέων ύμνησε έτσι το άνθος αυτό του Mαγιού:  «Pόδον, άνθος των ερώτων  αναμίξωμεν τω Bάκχω  ρόδον, ω+ ωραίον άνθος  ενθέντες τοις κροτάφοις  ευθυμήσωμεν εν τούτοις».  Η γιορτή, όμως, της άνοιξης, η αρχαία Πρωτομαγιά, πήρε σιγά-σιγά κι επίσημη μορφή. Από τις παλαιότερες γιορτές, δημιουργήθηκαν τα Ανθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη γιορτή ανθέων των Ελλήνων. Ιδρύθηκε πρώτα στην Αθήνα, όπου με μεγαλοπρέπεια βάδιζαν προς τα ιερά πομπές με κανηφόρες, που έφερναν άνθη. Έπειτα τα Ανθεστήρια διαδόθηκαν και σ άλλες πόλεις της Ελλάδος και πήραν πανελλήνια μορφή.  Στα Ανθεστήρια της Ελλάδας «ανασταινόταν» ο …; σκοτωμένος Ευάνθης θεός, επίθετο του Διόνυσου, που από το χυμένο αίμα του φύτρωσε, σύμφωνα με το μύθο, η άμπελος. Δρώμενο της Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα κατά τα νεότερα χρόνια ήταν η ανάσταση του Μαγιόπουλου. Ένας έφηβος εμιμείτο στα ξέφωτα του δάσους τον πεθαμένο, τάχατες, Διόνυσο. Κοπέλες τον στόλιζαν με άνθη και του τραγουδούσαν τον «κομμό, το θρήνο και τον οδυρμό, μέχρι που να «αναστηθεί» και μαζί με αυτόν όλη η φύση.  Όταν η ειδωλολατρία προσωποποίησε τις ιδιότητες της Φύσης και τις προσκύνησε σαν συγκεκριμένους θεούς, τότε τις αρχικές εκείνες γιορτές της Άνοιξης μοιράστηκαν μεταξύ τους η Ίσιδα, ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Απόλλωνας, η Χλωρίδα (Flora) και αν κάποιος άλλος θεός θεωρήθηκε επόπτης της φυσικής παραγωγής ή αίτιος της βλάστησης των φυτών.  Και λοιπόν αντί για την αρχική και ενστικτώδη εκείνη χαρά των ανθρώπων από τη θέα της ζωής που ξαναγεννιέται στη φύση, γιόρταζαν οι δικοί μας πρόγονοι , από υποχρέωση πια, γιορτές, σαν τα Ανθεσφόρια περίπου, τα Ηροσάνθεια, τα Χλόεια, τα Θαλήσια και τέλος τα περίφημα Διονύσια για των οποίων την εξύμνηση συναγωνίζονται οι μεγαλύτεροι λυρικοί ποιητές της Ελλάδας που για την ανοιξιάτικη λαμπρότητά τους ψάλλει ο ουράνιος Πίνδαρος ότι:  Φοίνικος έρνος οπότ΄οιχθέντος Ωράν θαλάμου.  Εύοδμον επαιωσιν έαρ, φυτά νεκτάρεα.  Τότε βάλλεται , τότ΄επ΄αμβρόταν χέρσον εραταί  ίων φόβαι ρόδα τε κόμαισι μίγνυται,  αχεί τ΄ομφαί μελέων συν αυλοίς,  αχεί τε Σεμέλαν ελικάμπυκα χοροί.  (Το βλαστάρι του φοίνικα, των Ωρών σαν ανοίξει ο θάλαμος  και τα μυρωδάτα φυτά μυριστούν την εύοσμη άνοιξη,  τότε πετιέται, τότε στη γη των αθανάτων σωρός  χαριτωμένοι μενεξέδες και τριαντάφυλλα  με τα μαλλιά ανακατεύεται  και ηχεί γλυκιά φωνή με λυρικούς αυλούς  και  σέρνουνε χορούς για την ανθοστεφάνωτη  Σεμέλη). 

Αργότερα, με το πέρασμα των αιώνων, η αρχική έννοια της Πρωτομαγιάς χάθηκε και τα έθιμα επιβίωσαν απλώς ως λαϊκές γιορτές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται περιφορά δέντρων, πράσινων κλαδιών ή στεφάνων με λουλούδια, ανακήρυξη του βασιλιά ή της βασίλισσας του Μάη, χορός γύρω από ένα δέντρο ή ένα στολισμένο κοντάρι-γαϊτανάκι. Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες γιορτές χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο που έχουν διατηρηθεί ως τις μέρες μας με εκδηλώσεις που απαντώνται στον λαϊκό πολιτισμό πολλών ευρωπαϊκών λαών.

Καλό μήνα !!!

πηγή

Σαν σε πομπή κηδείας….

Image

«Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε. Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του. Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας. Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του. 

Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους.»

Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931), «O Κήπος του Προφήτη», (1923)