Λέμε συχνά ότι ο χρόνος «ρέει», «κυλά» και «φεύγει», χωρίς ποτέ να προσδιορίζουμε επακριβώς τι είδους «πράγμα» είναι αυτό που κυλά και φεύγει ασταμάτητα ή, τουλάχιστον, ποιος ή πώς μπορεί κανείς να μετρά την αδιάκοπη ροή του. Αναμφίβολα, ο «χρόνος» αποτελεί το πιο σκοτεινό και άπιαστο αντικείμενο της ανθρώπινης σκέψης (φυσικής και μεταφυσικής): πρόκειται για κάτι που υπάρχει «πραγματικά» ή, αντίθετα, είναι ένας βολικός τρόπος να «μετράμε» ό,τι συνεχώς μεταβάλλεται και παρέρχεται γύρω από εμάς και μέσα μας; Αραγε, θα συνεχίσει να κυλά αιωνίως, αδιαφορώντας για τις αδυναμίες και τις αγωνίες των ανθρώπων, ή κάποτε θα «τελειώσει», επαναφέροντας στο μηδέν το Σύμπαν και τους κατοίκους του;

Λέγεται ότι όταν ρώτησαν τον Αϊνστάιν «τι είναι ο χρόνος;», αυτός απάντησε χωρίς περιστροφές: «Ο,τι μετράνε τα ρολόγια μας». Με αυτή την προκλητική δήλωση, ο μεγάλος ανανεωτής των παραδοσιακών εννοιών του χώρου και του χρόνου ήθελε πιθανά να μας υπενθυμίσει ότι ο χρόνος δεν είναι «κάτι τι» που μπορεί να συλληφθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο που το μετράμε, δηλαδή ανεξάρτητα από το πώς καταγράφουμε την παρουσία του.

Εξάλλου, ο Αϊνστάιν δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει ό,τι, πριν από δύο χιλιετίες, είχε υποστηρίξει πρώτος και ρητά ο Αριστοτέλης στο έργο του «Φυσικά» ή «Φυσική Ακρόασις»: «Διότι τούτο είναι ο χρόνος, το αριθμήσιμο ποσό (αριθμός) της κίνησης στη διάρκειά της από ένα πρότερο σε ένα ύστερο» («Φυσικά», 219 b, τόμος 2, μτφ. Β. Μπετσάκος, εκδ. Ζήτρος).

Ο χρόνος λοιπόν, σύμφωνα με τον μεγάλο Σταγειρίτη, δεν είναι παρά «αριθμός» που μετρά τη κίνηση, και μόνο ως μετρήσιμο μαθηματικό μέγεθος έχει το ακριβές φυσικό νόημα που καταγράφεται στις ενδείξεις των ρολογιών και των ημερολογίων μας! Απορρίπτοντας την επικρατούσα στην εποχή του κυκλική σύλληψη του χρόνου και τα παράδοξα της αιώνιας επιστροφής που αυτή γεννά, ο Αριστοτέλης ανοίγει πρώτος τον δρόμο για την εκκοσμίκευση και τη φυσικοποίηση της μέχρι τότε επικρατούσας μετα-φυσικής σύλληψης του χρόνου. Και είναι απορίας άξιον γιατί χρειάστηκε να περάσουν τόσοι αιώνες ώσπου να υιοθετηθεί η αριστοτελική «λύση» (με τη διττή έννοια της επίλυσης αλλά και της διάλυσης) των λογικών παραδόξων που γεννά η αιωνιότητα, δηλαδή η ιδέα ενός άχρονου κυκλικού χρόνου.

Αιωνιότητα: ο άχρονος χρόνος

Κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αλλά και αργότερα, η κυκλικότητα του χρόνου εθεωρείτο δεδομένη και προφανής. Ηταν μάλιστα κάτι που μπορούσε να το διαπιστώσει κάποιος «ιδίοις όμμασι» από την εύρυθμη και περιοδική επανάληψη των ίδιων πάντα αστρικών φαινομένων (π.χ. από την περιφορά του Ηλιου και της Σελήνης, την επανεμφάνιση σε τακτά χρονικά διαστήματα των ουράνιων σωμάτων στον ουράνιο θόλο κ.ο.κ.)

Μολονότι το ποτάμι του χρόνου φαινόταν να ρέει αδιάκοπα, ο ίδιος ο χρόνος ήταν «άπαυστος», «ατέλεστος» και «ανώλεθρος». Με άλλα λόγια ήταν αιώνιος. Ο Πλάτων τα συνοψίζει όλα αυτά θαυμάσια στον «Τίμαιο»: ο πατέρας του Σύμπαντος, δηλαδή ο Κοσμικός Νους που ενυπάρχει και ταυτίζεται με τη Φύση, «σκέφτηκε να δημιουργήσει κάποια κινητή εικόνα της αιωνιότητας. Ενώ λοιπόν έβαζε τάξη στον ουρανό, έφτιαξε και τη ρυθμικά κινούμενη εικόνα της ακίνητης στην ενότητά της αιωνιότητας – το δημιούργημα που έχουμε ονομάσει χρόνο… Ο χρόνος λοιπόν γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό· και αφού γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν μαζί, αν βέβαια χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν» («Τίμαιος» 37 d και 38 b, μτφ. Β. Κάλφας, εκδ. Πόλις).

Σύμφωνα με την πλατωνική κοσμογονία, ο κοσμικός Δημιουργός ρυθμίζει το ρολόι του χρόνου από τη «στιγμή» που δημιουργεί τον ουρανό, μόλις δηλαδή θέτει σε τάξη και σε εύρυθμη κίνηση το συν-παν. Συνεπώς, ο χρόνος, ως αιώνια παρών, δεν είναι κάτι μετρήσιμο αλλά, αντίθετα, είναι αυτό που μετρά την τελειότητα των προκαθορισμένων κινήσεων των ουράνιων σωμάτων, οι οποίες βέβαια δεν θα μπορούσαν παρά να είναι κυκλικές και αέναες.

Αν, όπως ισχυρίζεται ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλωτίνος, η αιωνιότητα είναι το αρχέτυπο ή το πρότυπο του χρόνου («Εννεάς Τρίτη»), τότε η ιδέα του «απείρου» αποτελεί το πρότυπο της αιωνιότητας. Πράγματι, το άπειρο δεν είναι καθόλου μια «αθώα» μαθηματική έννοια· αλλά, η έκφραση της ασίγαστης επιθυμίας του ανθρώπινου νου για αιωνιότητα. Η αφηρημένη μαθηματική ιδέα του απείρου αν χωροποιηθεί, γεννά τον απόλυτο χώρο. Ενώ αν χρονοποιηθεί, γεννά τον απόλυτο χρόνο!

Ο χρόνος ως «εικόνα» της αιωνιότητας είναι μια ατέρμονη σειρά διαδοχικών στιγμών, μια άπειρη διαδοχή από «νυν». Είναι μια ανοίκεια και καθησυχαστική κατάσταση όπου όλες οι «στιγμές» που αποτελούν τον χρόνο καταλήγουν εκεί από όπου ξεκίνησαν: στον ασάλευτο και ψυχρό ωκεανό που αποκαλείται Αιών. Μέσα σε αυτόν συνυπάρχουν αενάως και ταυτοχρόνως όλες οι στιγμές του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Αυτή την αποκρουστική εικόνα ακινησίας κάποιοι την περιγράφουν ως αιωνιότητα, κάποιοι άλλοι ως θεό και κάποιοι άλλοι ως θάνατο (βλ. δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα).

Μια επίμονη ψευδαίσθηση;

Πάντως, είναι εντυπωσιακό το πώς, συν τω χρόνω, οι μεταφυσικές ιδέες του Πλάτωνα και οι φυσικές θεωρίες του Αριστοτέλη συνδυάστηκαν με την ιουδαϊκή-χριστιανική εσχατολογική αντίληψη περί της «συντέλειας του αιώνος» ώστε να διαμορφωθεί -και τελικά να επιβληθεί- η νέα γραμμική και μαθηματικοποιημένη σύλληψη του χρόνου που επικρατεί στη δυτική σκέψη από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Ετσι, κατά τους «νεότερους χρόνους», η γνωσιακή ανάγκη εκκοσμίκευσης της αφηρημένης έννοιας του χρόνου, δηλαδή η φυσικοποίηση και η μαθηματικοποίηση του άχρονου χρόνου από τις φυσικές επιστήμες, θα αποτελέσει όχι μόνο την προϋπόθεση αλλά και τη νομιμοποίηση της νέας ιστορικής αναγκαιότητας για μια εντελώς διαφορετική διαχείριση και εκμετάλλευση του χρόνου εργασίας και ζωής των ανθρώπων στη Δύση.

Πράγματι, για την κλασική Φυσική ο πραγματικός χρόνος, σε αντίθεση με τον ανθρώπινο χρόνο, δεν κυλάει προς κάποια κατεύθυνση και δεν παράγει ποτέ τίποτα νέο. Οπως το έθεσε ο Νεύτων στην εισαγωγή του μεγάλου βιβλίου του «Philosophiae Naturalis Principia Mathematica»: «Ο απόλυτος, αληθινός και μαθηματικός χρόνος, αφεαυτός και από την ίδια του τη φύση, ρέει ομοιόμορφα χωρίς να εξαρτάται από τίποτα το εξωτερικό…».

Με άλλα λόγια, ο υποκειμενικός χρόνος που βιώνουν οι άνθρωποι, για τον Νεύτωνα αλλά και για ολόκληρη την κλασική Φυσική είναι απλώς μια ψευδαίσθηση που δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον απόλυτο -θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να πει: πλατωνικό- κοσμικό χώρο και χρόνο.

Αποψη που, παραδόξως, συμμερίζεται και ο Αϊνστάιν, ο βασικός υπαίτιος της «δολοφονίας» του απόλυτου χρόνου στη σύγχρονη Φυσική. Οπως θα εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Αϊνστάιν σε ένα περίφημο γράμμα του: «Η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν και σε μέλλον αποτελεί μόνο μια ψευδαίσθηση, έστω κι αν πρόκειται για μια επίμονη ψευδαίσθηση».

Αν όμως ο χρόνος είναι απλώς μία παράμετρος στη μαθηματική περιγραφή του Σύμπαντος, μία επιπλέον διάσταση στο τετραδιάστατο συνεχές που σήμερα ονομάζεται «χωρόχρονος», αν δηλαδή αποτελεί μόνο μια μαθηματική συντεταγμένη που αυξάνεται ή μειώνεται από το άπειρο παρελθόν στο άπειρο μέλλον, τότε γιατί το ορατό Σύμπαν δεν είναι στατικό αλλά συνεχώς εξελίσσεται;

Γιατί ο χρόνος της κοσμολογίας, της βιολογίας και της ανθρώπινης ιστορίας φαίνεται να ρέει αποκλειστικά από το παρελθόν προς το μέλλον, είναι δηλαδή ασύμμετρος και ανομοιόμορφος, δεδομένου ότι είμαστε σε θέση να διακρίνουμε σαφώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον; Υπάρχει εντέλει κάποια φυσική εξήγηση του γιατί όλα τα πολύπλοκα φυσικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων κοινωνιών, περιέχουν καταγεγραμμένο στη δομή και την ιστορία τους αποκλειστικά το παρελθόν αλλά όχι και το μέλλον τους;

Η σύντομη παρουσίαση της προϊστορίας των επιστημονικών ιδεών περί του χρόνου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να κατανοήσουμε πόσο ρηξικέλευθες και πρωτότυπες είναι οι πιο πρόσφατες κοσμολογικές θεωρίες σχετικά με την αρχή και το τέλος του. Στο επόμενο άρθρο μας -το πρώτο στην αρχή του νέου έτους- θα εξηγήσουμε αναλυτικά γιατί η σύγχρονη επιστήμη είναι πλέον πεπεισμένη ότι το Σύμπαν δεν είναι στατικό αλλά, αντίθετα με ό,τι πιστεύαμε, εξελίσσεται διαρκώς, δημιουργώντας νέες πιο σύνθετες δομές. Γεγονός που αποδεικνύει τη δημιουργική δράση του χρόνου στην οργάνωση του Σύμπαντος. Αλλά, όπως θα δούμε, η αναγνώριση αυτής της ουσιαστικής μη αναστρεψιμότητας του χρόνου γεννά επίσης και κάποια περίεργα κοσμολογικά σενάρια, όπου το παρόν ενδέχεται να μην έχει κανένα μέλλον.

P1020809

Καλή Χρονιά!

 enet.gr 

Advertisements



alt

 

ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ  ΟΡΓΗ ΜΕ ΟΣΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ.

Δύσκολοι οι καιροί τα τελευταία χρόνια, ακόμη πιο  χαλεπές οι μέρες που ζούμε στην πατρίδα,  με το  θλιβερό ατύχημα στην Αδριατική,   τα αεροπλάνα που πέφτουν ή εξαφανίζονται, τους πολέμους, τη βία και τις συγκρούσεις γενικότερα, αλλά μιας και είναι η σημερινή ημέρα που το καλεί, ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑ ΠΩ, έτσι για το καλό….        

     child singers_Bucharest,_1842       

Έχετε προσέξει ότι τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς είναι λίγο … ασυνάρτητα ;

Όσο και αν προσπαθήσετε δεν βγαίνει νόημα μεταξύ των στίχων.

Τόσες φορές που έχουμε ακούσει τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς δεν βγάζουμε νόημα από τα λεγόμενά τους, αλλά και δεν έχουμε αναρωτηθεί.

 Τι συνέβη άραγε; 

Για να θυμηθούμε τα Κάλαντα :

Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά 

(θρησκευτικός στίχος)

Ψηλή μου δέντρο λιβανιά 

( εσύ δηλαδή που είσαι ψηλή σαν δέντρο)

και αρχή καλός μας χρόνος 

(θρησκευτικός ευχετικός στίχος)

εκκλησιά με το άγιο θόλος

(εσύ που είσαι όμορφη σαν εκκλησιά με τον τρούλο της)

Αρχή που βγήκε ο Χριστός αγιος και πνευματικός 

(θρησκευτικός στίχος)

στη γη να περπατήσεις και να μας καλοκαρδήσεις

(βγές έξω από το παλάτι να περπατήσεις για να ευφρανθούμε όταν σε δούμε)

΄Αγιος Βασίλης έρχεται

(θρησκευτικός στιχος)

και δεν μας καταδέχεται 

(δεν καταδέχεται να του μιλήσει η κοπέλα)

από την καισαρεία 

(θρησκευτικός στίχος)

συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία

(εσύ ανήκεις στην αυτοκρατορική οικογένεια)

Βαστάει εικόνα και χαρτί 

(θρησκευτικός στίχος)

ζαχαροκάντιο ζυμωτή

(είναι γλυκιά σαν κάποιο παραδοσιακό γλύκισμα)

χαρτί και καλαμάρι

(αναφέρεται στο Μ. Βασίλειο και την ενασχόλησή του με τα γράμματα)

δες και με το παληκάρι

(δεσποινίς… ρίξε μια ματιά σε μενα το παλικάρι)

Το καλαμάρι έγραφε την μοίρα του την έλεγε και το χαρτί ομίλει άγιε μου, άγιε μου καλέ Βασίλη 

(εδώ περιπλέκει την ακολουθία που είχε παραπάνω και εννοεί πως το καλαμάρι έγραφε την μοίρα του ερωτοχτυπημένου νέου, δηλαδή οτι ούτως ή αλλως είναι ατελέσφορη η προσπάθεια του νέου ενώ το χαρτί δηλαδή τα συγγράματα μιλούν από μόνα τους για την εκκλησιαστική προσωπικότητα του Βασιλείου)

Ας δούμε λοιπόν πώς εξηγείται η ασυναρτησία … Η ιστορία μας διαδραματίζεται στο Βυζάντιο. Σε εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές. 

Κάποιος νεαρός λοιπόν, ταπεινής καταγωγής, ήταν ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα. Επειδή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να την πλησιάσει παρά μόνο σε περίοδο εορτών για να της απευθύνει ευχές, αποφάσισε ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου να εντάξει και ένα ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει !

Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους (αυτούς με τα αστεράκια). Με αυτόν τον τρόπο και τα κάλαντα θα έλεγε ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες αλλά ταυτόχρονα θα παίνευε την καλή του … !!!

 O ja: ze had zich toch geprikt aan zo'n spinnewiel en had een bloedende vinger

Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά.

Επειδή ως αρχοντοπούλα φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφή, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με τον άγιο θόλο (θόλος εκκλησίας).

 

Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Άη Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία.



Τέλος κλείνει με τις γαλιφιές !!! Την λέει ζαχαροκάντιο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκιά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά.

Έτσι λοιπόν αυτά τα παράδοξα Κάλαντα πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν τα πιο διαδεδομένα σε όλο τον ελληνικό χώρο … !!!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!

Πρωτοχρονιάτικες σκέψεις



 

 


Πριν μερικά χρόνια αν κοιμόσουν μπροστά στην τηλεόραση ξυπνούσες με τα ιστορικά «χιoνάκια» να χοροπηδάνε στην  οθόνη σου.

Τέλος προγράμματος.

Τώρα ξυπνάς με την οξυζεναρισμένη κυρία,  που ανά δέκα επτά,  διαφημίζει τη νέα λοσιόν που σε γλιτώνει από  την τριχόπωση και την άλλη λοσιόν που σε αδυνατίζει,  ενώ καταπίνεις τα εκλεράκια σαν τα στραγάλια.

Το πρόγραμμα  πλέον δεν τελειώνει, δεν σταματάει. Η ροή τοy συνεχίζεται αδιάλειπτη, σαν τη ροή του χρόνου.

Παγιδευμένη  σε αυτή τη συνεχή ροή, με την ίδια οξυζεναρισμένη κυρία του 2013, ξύπνησα και σήμερα πρώτη πρώτου του 2014.

Σαν να μην άλλαξε τίποτε από το προηγούμενο έτος: Η ίδια πόλη, η ίδια ..για να μην πω και χειρότερη… διάθεση, ή ίδια θλίψη…

 

Πριν μερικά χρόνια έπεφτες να κοιμηθείς και ευχόσουν το απογοητευμένο σύμπαν που άφηνες πίσω, στο ξύπνημά σου να έχει μετατραπεί σε Παράδεισο που πάντα ονειρευόσουν. Και ναι μεν μπορεί να ξυπνούσες στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν …σε κάποια στροφή του δρόμου σου τύχαινε να ξεστραβωθεί η καλή σου τύχη για να σου πει καλημέρα…

 

Από δω και πέρα θα ξυπνάς στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν της νέας …και των νέων δεκαετιών που είναι σημαδεμένο, για να αισθάνεσαι σαν τους έγκλειστους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης…

 

Σκέφτομαι με τη νέα χρονιά να σταματήσω να κρατάω ημερολόγιο. Ποιός ο λόγος να καταγράφω τι είδα, τι σκέφτηκα, τι έγινε; Ποιόν ενδιαφέρουν; Ούτε καν εμένα από τη στιγμή που όλα επαναλαμβάνονται με την ίδια αδιάκοπη πλήξη και θλίψη. ΄Οπως με την ίδια πληξη και θλίψη διαδέχεται ο ένας μήνας τον αλλο μήνα. ο ένας χρόνος τον άλλον χρόνο, ο ένας πόλεμος τον άλλον πόλεμο, ο ένας θάνατος τον άλλο θάνατο..

 

Το ημερολόγιο βεβαίως δεν το γράφεις για να μην ξεχνάς. Το γράφεις για να ξεσπάς. Αυτή είναι η αξία του. Είναι εργαλείο αυτοεκτόνωσης και όχι εργαλείο απολογισμού, Είναι εργαλείο ανάμνησης και ενίοτε… αυτοτιμωρίας. Στις σελίδες του αποθηκεύεις συναισθήματα  της στιγμής, που την άλλη στιγμή έχουν αλλάξει.

Ποιά η αξία συναισθημάτων τόσο ευμετάβλητων; Συναισθημάτων περαστικών; Γιατί να τα καταγράφω; Ποιά η αξία των αναμνήσεων; Γιατί να τους δίνω αξία, αφού τις περισσότερες φορές έρχονται στο μυαλό μου για να με πληγώσουν;

 

Θέλω να καταργήσω τις αναμνήσεις. ΄Ερχονται όμως μόνες τους τέτοιες μέρες.Είναι εξωγενείς και ποταποί παράγοντες εκείνοι που με σπρώχνουν να θυμηθώ. Είναι τα φωτάκια, οι αστραφτεροί επώνυμοι που θυμούνται την καλύτερη Πρωτοχρονιά της ζωής τους, η πίεση που μας ασκείται από την τηλεόραση να γιορτάσουμε και να χαρούμε γιατί έτσι πρέπει- όλα αυτά τα γλυκά… Πηγαίνεις να αγοράσεις μια φρατζόλα ψωμί και βρίσκεσαι μπροστά σε ένα βουνό κουραμπέδες. Θες δε θες θυμάσαι «η τάδε τους έκανε πιο μικρούς». Θες δε θες τους μυρίζεις και θυμάσαι «η τάδε χρησιμοποιούσε πιο μυρωδάτο βούτυρο, Κερκύρας νομίζω».  Ενδίδεις στην πωλήτρια  που λόγω ημερών έχει βάλει το ευγενικό της ύφος και δοκιμάζεις έναν. «Καμία σύγκριση με της τάδε». Γιατί τίποτε δεν συγκρίνεται με τους κουραμπιέδες της τάδε, με το παρελθόν που είναι πιο όμορφο, πιο ζεστό από το μέλλον.

Οι αναμνήσεις, οι απολογισμοί των γιορτινών ημερών μοιάζουν με βιασμούς της ψυχής. Γιατί σου τους επιβάλλουν. Σε υποχρεώνουν να τους ζήσεις. Με αφορμή τη δήθεν αλλαγή του χρόνου. Ποιός αλήτης την εφηύρε αυτή την αλλαγή του χρόνου; Αφού ο χρόνος δεν αλλάζει ποτέ. Μόνο κυλάει, καταπίνοντας κατά διαστήματα την τάδε ή τον δείνα, όλους τους αγαπημένους, δίνοντας μόνο σε σένα πίστωση. Ως την ημέρα που θα αποφασίσει ότι ήρθε η σειρά σου να σε καταπιεί. Και εσένα και εμένα, μου επιβάλλουν να γιορτάζω κάθε χρόνο αυτή τη θηριωδία: να γιορτάζω όλα εκείνα που έμειναν πίσω, όλες τις «απουσίες», όλες τις (δυσάρεστες τις περισσότερες φορές) εκπλήξεις που με περιμένουν. Αρνούμαι!!!

Μπορεί να ξύπνησα στην πρώτη πρώτου του νέου έτους, αλλά μεγάλωσα πια, οπότε το γεγονός μου ακούγεται εντελώς αδιάφορο. Το δηλώνω εγγράφως.

Αν έχουμε 2014 στην Ελλάδα και όπου αλλού μετράνε έτσι τη ζωή δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Το ότι ελπίζω από δω και μπρος τα πράγματα να είναι καλύτερα είναι δεδομένο.  Το ότι δεν θα είναι καλύτερα είναι επίσης δεδομένο.

Μπορώ να έχω ό,τι ζητήσω και να μην πληρώσω για τίποτε;

Να μου αναγνωριστούν όλα τα λάθη ακόμη και μετά την απομάκρυνσή μου από το ταμείο; Να ξαναβρώ εκείνους τους μυρωδάτους κουραμπιέδες; Όχι;…

 

Μπορώ όμως και να μην ελπίζω;



(ελαφρά διασκευή από δημοσίευμα του 2005)